Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

"Σταμάτα... Να σε σκέφτομαι!"



Δεν υπήρξε ποτέ καλός ομιλητής… Δεν έμαθε ποτέ πως ήταν…

Όσο θυμάται τον εαυτό του άκουγε σιωπηλός… 

Άκουγε και παρατηρούσε… 

Παρατηρούσε για χρόνια τις κινήσεις, τις ματιές…
Άκουγε για χρόνια κάτω από τις λέξεις, τις ανάσες, τις δεύτερες σκέψεις, τα συναισθήματα… 

Κι όταν εκείνη τον ρωτούσε «Τι σκέφτεσαι», εκείνος το ‘ριχνε στην πλάκα, έκανε μερικά αστεία και πήγαινε παρακάτω… Πάντα έβρισκε τον τρόπο να αλλάξει το θέμα στη συζήτηση… 

Κι όταν ξέμενε από αστεία, εξαφανιζόταν!

Κρατούσε τις αποστάσεις, έχανε την υπομονή του, γκρίνιαζε, απελπίζονταν, θύμωνε, έσπαγε, παραδεχόταν… Έβρισκε τις ανάσες του… Ξεπερνούσε…

Εκείνη δεν μάθαινε τίποτα… Άλλωστε… Δεν υπήρξε ποτέ καλός ομιλητής! 

Μόνο κάτι χαρτιά στο συρτάρι ήξεραν…

Για τα κλάματα… Τις επιθυμίες… Τα μακρόσυρτα ξενύχτια που περνούσε προσπαθώντας να νικήσει έναν πόθο ανελέητο… Σχιζοφρενή!
Για τους φόβους και τις ανασφάλειες που γίνονταν όνειρα και τον επισκέπτονταν κάθε βράδυ… 

Μια τέτοια νύχτα ήταν κι αυτή… Δύσκολη… Το μυαλό του απασχολούσε πάλι εκείνη…

Ένας έρωτας μονόπλευρος και ατελέσφορος… 

Είχε περάσει πια ένας χρόνος από τότε που την είδε τελευταία φορά… Κι ήταν ίσως η μοναδική φορά στη ζωή του που μίλησε τόσο πολύ. Μέσα σε λίγα λεπτά της τα είπε όλα… 

Πως είχε πάψει να πιστεύει στους ανθρώπους κι ήρθε εκείνη κι έφερε τα πάνω – κάτω… Πως έλαμψε ο κόσμος όταν την είδε… Πως το μόνο που ήθελε ήταν να είναι μαζί της… Πως… Πως… 

Εκείνη δεν είπε τίποτα… Αιώνας του φάνηκαν τα δευτερόλεπτα της σιωπής της… 

Σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε κατάματα: 
«Σ’αγαπώ τόσο πολύ που πονάω…», της είπε… 

«Δεν… Δεν μπορώ… Δεν… Πρέπει να φύγω!», κατάφερε να πει…
Κι αποχώρησε… 

Βλέποντας το αυτοκίνητό της να απομακρύνεται είχε κιόλας μετανιώσει που της μίλησε… Που είχε πάει κόντρα στη φύση του…

Έκλαψε πολύ… Κι άρχισε να δουλεύει ασταμάτητα… 

Η εργασιοθεραπεία ήταν πάντα ένας τρόπος να ξεχνιέται… Πέρασε ένας χρόνος…

Ήταν στο γραφείο και τακτοποιούσε κάτι τιμολόγια όταν όλος ο χώρος πλημμύρισε με το άρωμά της… Στην αρχή νόμιζε πως ήταν η ιδέα του, μα η ώρα περνούσε και η μυρωδιά γινόταν όλο και πιο έντονη… 

Πότισε τα ρούχα του… 

Το σώμα του! 

Κι ύστερα… Ύστερα το λεωφορείο… Το ασανσέρ… Μπήκε στο σπίτι ζαλισμένος… 

Πέταξε τα ρούχα του στο πάτωμα και μπήκε στο μπάνιο… Έπλενε τα χέρια του… Το σώμα του… Έτριβε με μανία κάθε σημείο του σώματός του προσπαθώντας να διώξει τη άρωμά της, την ίδια (!), από πάνω του... Από τη ζωή του…! 

Κι όσο έτριβε, τόσο πιο έντονη γινόταν η μυρωδιά της… Κι εκείνος δεν μπορούσε… Δεν άντεχε!

Έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει… 
«Δεν αντέχω άλλο… Σταμάτα! Σταμάτα! Τρελαίνομαι… Αυτό ήταν! Τρελαίνομαι!!!» 
Έδωσε μια γροθιά στην πόρτα και της άνοιξε μια τρύπα ίσα με την παλάμη του… 
Για ώρα περπατούσε μέσα στο σπίτι του παραμιλώντας… 

Αργά το βράδυ, εξαντλημένος πια, ξάπλωσε στο κρεβάτι του… 
Ένας λυγμός είχε σταθεί στο λαιμό του, μα δεν τον άφησε να γίνει κραυγή… Άλλωστε… 

Δεν υπήρξε ποτέ καλός ομιλητής… 

Αποκοιμήθηκε… 

Η συνέχεια λίγο-πολύ γνωστή… Ήρθε στον ύπνο του… 
Κι όπως την πρώτη φορά που την είδε, ανατρίχιασε κι έμεινε να κοιτάζει εκστατικός το πέρασμά της. Στο μυαλό του το «Ερωτικό» του Λαπαθιώτη…
Όλοι ακούνε κουδούνια και βλέπουνε πεταλούδες όταν ερωτεύονται, αυτός άκουγε ποιήματα! 

Χίλιες φορές της φώναξε «Σ’αγαπώ» στον ύπνο του… 
Χίλιες φορές την είδε να γυρνά την πλάτη της και να φεύγει. 
Σαν κινηματογραφικό καρέ που έπαιζε ξανά και ξανά στο όνειρό του… 

Σηκώθηκε από το κρεβάτι του πιο τρελαμένος από ότι ήταν όταν ξάπλωσε… 
Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη… Τρόμαξε! 
Ταλαιπωρημένος, αξύριστος, με μάτια κατακόκκινα… 
Όλα τα «Σ’αγαπώ» που δεν βρήκαν παραλήπτη στα όνειρά του και στη ζωή του, έγιναν βάρος στο στήθος του… Ένα βάρος που δεν μπορούσε πια να σηκώνει…

______________________________________________________

Η οθόνη του κινητού της άναψε… 

Μέσα στο ολοσκότεινο δωμάτιο, το μικρό αυτό φως και ο ήχος από τη δόνηση, ήταν αρκετά ενοχλητικά… 

«Χίλιες φορές σου έχω πει να την κλείνεις τη μαλακία όταν κοιμόμαστε…», είπε εκείνος.

Εκείνη, που είχε ανοίξει ήδη το μήνυμα, δεν άκουσε λέξη.

«Έλα μωρό μου… Κλείστο… Είναι πιο σημαντικό το μήνυμα από εμένα?», ρώτησε καθώς γύριζε πλευρό και την έκλεινε στην αγκαλιά του…

«Όχι αγάπη μου… Να! Το έσβησα… Και το μήνυμα και το κινητό!», είπε και χάθηκε στα χέρια του, πετώντας έναν άλλο έρωτα και έξι λέξεις στην ανακύκλωση…


Ένα μήνυμα που έγραφε:

«Σε παρακαλώ… Σταμάτα… Να σε σκέφτομαι!»  




Υ.Γ.: Το μήνυμα ανήκει σε ένα φίλο και κάποτε μου έδωσε την άδεια να το δαχειριστώ όπως θέλω... Όταν και όποτε... Ελπίζω να το έκανα με σωστό τρόπο!

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

"Μην κλαις"...




"Αυτό που θα 'θελα απόψε, είναι τη ζωή μου πίσω. Αλλά δεν ξέρω από ποιον να τη ζητήσω.

Τόσο τη σκόρπισα, τόσο τη χαράμισα, τόσο τη δάνεισα, τόσο την ξερίζωσα. Από ποιον να τη ζητήσω τώρα... Και τί ωφελεί;

Αυτό που θα 'θελα απόψε, τελικά, είναι ένας ώμος, να γείρω πάνω του να κλάψω .

Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές. Να κλάψω για όλα.

Για όσα αγάπησα. Για όσα ονειρεύτηκα. Για όσα ένιωσα. Για όσα περίμενα και ποτέ δεν ήρθαν.

Για όσα με πρόδωσαν. Για όσα με χαράκωσαν. Για όσα με θανάτωσαν. Για όσα μ' ανάστησαν.

Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές.

Για όλα.........

Να γείρω στον ώμο κάποιου και ν'ακούσω τη φωνή του, να μου πει ψιθυριστά: "Μην κλαις".

Μόνο αυτό.

Τίποτε άλλο.

"Μην κλαις"...

Μόνο αυτό............."

Μ' αυτές τις λέξεις της Αλκυόνης Παπαδάκη (από το "Ακρογιάλι της Ουτοπίας"), κοιμήθηκα...

Και έκλαιγα όταν το διάβαζα...
Και έκλαιγα στον ύπνο μου...

Κι ήρθε ένας ψίθυρος από το πουθενά κι έγινε ησυχία...
Κι έγινε αγκαλιά που έλεγε τη λέξη "υπομονή"...
Έγινε σιγουριά που έλεγε "όλα θα πάνε καλά, στο υπόσχομαι"...
Έγινε χτύπος καρδιάς που επανέφερε τους σφυγμούς μου...

Από εκείνο το βράδυ κάθε φορά που κάτι πάει στραβά ακούω έναν ψίθυρο στο αυτί μου να λέει τη λέξη: "Υπομονή"...

Κι αισθάνομαι μια ζέστη στο κορμί μου σαν κάποιος να μ'αγκαλιάζει... Και ένα γνώριμο άρωμα πλανιέται στον αέρα... Ησυχάζω...

Όχι! Δεν αρκεί πάντα αυτό για να στεγνώσουν τα δάκρυα... Όμως ελαφραίνει το βάρος που έχω στο στήθος...

Γιατί τώρα γυρνάω δίπλα μου και έχω ένα ώμο να γείρω... Και καθώς ακουμπώ ακούω μια φωνή να λέει ψιθυριστά: "Μην κλαις"...

Και δεν εύχομαι πια για να βρεθεί κάποιος...

Γιατί το μόνο που χρειάζεται είναι να κοιτάξω δίπλα μου και να αφεθώ... Τίποτε άλλο... Μόνο αυτό...

Να κοιτάξω δίπλα μου, να γείρω στον ώμο του και να ακούσω αυτό το "Μην κλαις"...

Και να μην το φοβηθώ...

Μόνο αυτό...

Να μην το φοβηθώ!

*Ένα κείμενο που γεννήθηκε στον αέρα του www.street-radio.gr, στο ραδιοφωνικό "Καλειδοσκόπιο", με αφορμή μια... Βουβή συνομιλία! 



Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

...Και δαίμονες...



Κάθε μέρα το μυαλό μου παίζει στο κόκκινο... Αγγίζει τα όριά μου και με πάει ένα βήμα πιο κάτω... Ρισκάρω... Ασυνείδητα... Η λογική απουσιάζει... Η ντροπή εγκαθίσταται... Ο φόβος με αλλοιώνει... Με γερνά!

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη... Δεν με αναγνωρίζω...

Νιώθω ρίγη... Νιώθω μια σκιά να με καλύπτει... Απρόσκλητη... Με το "έτσι θέλω"... Αδιάφορη για το που βρίσκομαι...

Ζαλίζομαι...

Φοβάμαι...

Δεν μπορώ να σταματήσω το δαίμονα που έρχεται... Ούτε να τον καλοδεχτώ μπορώ... Ελπίζω μόνο να είναι αναίμακτη και αυτή του η επίσκεψη...

Θα ήθελα να μπορούσα να εξαφανιστώ τώρα... Να γίνω πολύ μικρή... Τόση που να χωρώ σε μια χαραμάδα... Ας είναι και χαραμάδα πανικού! Να μην υπάρχω για λίγο... Να μην καταλάβει κανείς το πως και να μη χρειάζεται να εξηγήσω... Να μην απολογηθώ για τίποτε... Να πω απλά "τώρα δεν υπάρχω" και με το χτύπημα των δαχτύλων μου να γίνει...

Με λούζει κρύος ιδρώτας... Τα αυτιά μου βουίζουν... Παγώνω... Ένας κυκλώνας στο στομάχι μου...

Κλείνω τα μάτια και τραγουδάω από μέσα μου... Στιχάκια στη σειρά... Ανεβοκατεβάσματα της φωνής... Εναλλαγές της μουσικής... Δεν πιάνει...

Σκόρπιες φράσεις επιβολής... Κοινές... Αυτές κι αν δεν πιάνουν!

Μετράω δέκα αργές ανάσες... Βγαίνουν μισές... Σαν να λιγόστεψε ξαφνικά ο αέρας... Σκέφτομαι "πνίγομαι", και το εννοώ... Δεν θυμάμαι ποτέ άλλη περίοδο που να έχω χρησιμοποιήσει τόσες λέξεις με την πραγματική τους έννοια... Αρχίζω να ανασαίνω σαν να βγήκα στην επιφάνεια από βουτιά διαρκείας, χωρίς η ανάσα να επανέρχεται στο φυσιολογικό...

Βήχω και θέλω να βγάλω τα σωθικά μου... Σαν να θέλει το σώμα να ξεράσει το συναίσθημα που το δηλητηρίασε...

Όλοι οι μυς ενεργοποιημένοι... Τεντωμένο κάθε κύτταρο...

Κι αν με έπιανε την ώρα που οδηγούσα?

Μπροστά σε κόσμο?

Σε φίλους?

Μπροστά σου?

Τέσσερις φόβοι που κάτι μου λέει πως θα τους ζήσω όλους, αργά ή γρήγορα... Ή σήμερα!

Ανοίγω την πόρτα και ξέρω πως είσαι απ' έξω... Έχω συγκεντρώσει όλη μου τη δύναμη για να ορίσω τα πόδια μου... Θα φτάσω ως το τραπέζι, θα μαζέψω τα πράγματα μου και θα βγω από το σπίτι δίχως να φανούν πολλά... Θα πω: "Εγώ φεύγω", πιάνοντας το κινητό και έπειτα στρίβοντας δεξιά θα ανοίξω την πόρτα... Σκέφτομαι αρκετή ώρα τις κινήσεις που θα χρειαστεί να κάνω... Έχω υπολογίσει ως και τα βήματα! Το σώμα μου θα υπακούσει αν πας πάσο και δεν κινηθείς εκτός του σχεδίου που έχω φτιάξει στο μυαλό μου...

Φτάνω στο τραπέζι... Πιάνω το κινητό και λέω "Εγώ φεύγω", περιμένοντας να ρωτήσεις το γιατί, για να απαντήσω πως προέκυψε κάποια δουλειά...

"Θα σε πάω εγώ", λες και σταματούν όλα... Άλλαξες το σχέδιο...

Τα πόδια παραλύουν και κάθομαι στην καρέκλα δίπλα μου... Πουθενά δεν θα πάμε! Με κοιτάς και το ξέρω κι ας έχω το βλέμα καρφωμένο στα παπούτσια μου, με πολύ μεγάλη επιτυχία!

Δεν λες τίποτε... Μόνο με παίρνεις αγκαλιά...

Ξεσπάω σε κλάματα... Κουρασμένη... Απελπισμένη... Ατέλειωτα δάκρυα με αμέτρητους λυγμούς, όλο παράπονο... Αναίτιους θα τους πω... Εσύ πες τους όπως θες...

Οι γροθιές μου σφιχτά κλεισμένες... Κάπου ανάμεσα ένα κομμάτι ύφασμα παλεύει να ξεφύγει... Η μπλούζα σου νομίζω...

Η αγκαλιά σου σφιχτά κλεισμένη... Κι η δική μου... Ανάμεσα ο φόβος προσπαθεί να ξεφύγει και να επιβληθεί... Τζάμπα κόπος...

Η ντροπή και η αμηχανία πετούν στον αέρα... Όχι στο δικό σου χώρο... Στον δικό μου...

Το ρίχνω στην πλάκα και κριτικάρω τον εαυτό μου... Δεν γελάς... Δεν το βρίσκεις αστείο... Ξεσπάς σε φωνές και χτυπάς την κοιμισμένη αυτοεκτίμησή μου... Δεν το περίμενα... Παραμένω στην ίδια θέση ξαφνιασμένη και άφωνη, φοβούμενη μην σε προκαλέσω ξανά...

Με ξαναπαίρνεις αγκαλιά... Τώρα πια κλαίμε κι οι δυο...

Με γυρνάς στο σπίτι και νιώθω εξαντλημένη... Σχεδόν δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου βγαίνοντας από το αυτοκίνητο... Κάνω να πω κάτι μα το μόνο που βγαίνει είναι "Καληνύχτα"... Μα το μυαλό μου λέει: "Σε ευχαριστώ... Για τις φωνές... Για τις σιωπές... Για τη σφιχτή αγκαλιά... Τη δαρμένη αυτοεκτίμηση... Γιατί είσαι δικός μου άνθρωπος... Ένας... Ο ένας...". Όλα αυτά γιατί έγιναν μια απλή "καληνύχτα" γαμώτο μου? Γιατί δεν υπακούει η φωνή?*

Μπαίνω στο σπίτι μου και προχωρώ κρατώντας τα φώτα σβηστά... Το μυαλό μου έχει επανέλθει και λειτουργεί... Σωστά ή λανθασμένα... Λειτουργεί! Ξέρω πως αύριο θα ξυπνήσω και θα ντρέπομαι απίστευτα... Ήδη ντρέπομαι...

Θα εξαφανιστώ για λίγες μέρες... Μέχρι να ξε-ντραπώ λίγο. Ξέρω πως είναι λάθος... Άλλο ένα λάθος από τα πολλά που έχω κάνει και από τα πολλά που θα κάνω στο μέλλον...

Ξαπλώνω στον καναπέ και τραγουδώ από μέσα μου ένα τραγούδι που δεν υπάρχει... Το τηλέφωνο χτυπά, μα δεν το σηκώνω... Αργότερα... Να φύγει λίγη ντροπή ακόμη... Όσο συνέρχομαι θυμάμαι λεπτομέρειες από όσα έγιναν...

Τι νύχτα!

Τι βάσανο Χριστέ μου!!!

Και τι βάλσαμο...!

Κι ας έμεινα μόνο στην "καληνύχτα"...

Κι ας άφησα την κλήση σου αναπάντητη!



Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Χειμώνας θα 'ναι...





     Χειμώνας θα 'ναι... Χειμώνας βράδυ... Θα 'χει βρέξει... Θα σε ψάχνω... Κι εσύ θα είσαι στην πλατεία κάτω απ'τον πλάτανο - χίλια κομμάτια πεσμένα στο τσιμέντο...

     Θα σε δω στο ημίφως... Θα είμαι μούσκεμα από τη βροχή κι όλα θα μοιάζουν βγαλμένα από ταινία...

     Θα σε ακουμπήσω στον ώμο... Κι ύστερα θα σε πάρω αγκαλιά... Και θα αφεθείς... Πλήρως...! Το σώμα μου και το σώμα σου ένα...!!!

     Και μέσα σε ένα βράδυ θα *μου μιλήσεις για τη ζωή σου - ατέλειωτο κακό*... Δίχως λέξεις...

      Μέσα σε μια νύχτα θα τα γκρεμίσουμε όλα και θα αρχίσουμε να φτιάχνουμε μια καινούρια ζωή...

     Και κοντά στο ξημέρωμα θα μπει ο καθένας στο σωστό του ρόλο... Εγώ θα γίνω εσύ...

     Θα ξυπνήσω μέσα στα κλάματα και δίχως ανάσα... Πάλι... ΠΑΛΙ!!! Κι όπως θα στρέψω το βλέμμα μου θα σε δω! Και θα 'ναι απίστευτο γιατί δεν θα έπρεπε να είσαι εδώ... Πριν πέσω για ύπνο τους έκλεισα όλους έξω από το σπίτι... Εδώ και καιρό τους έχω κλείσει όλους έξω... Είμαι σίγουρη!

     Και τότε θα καταλάβω πως... Το όνειρο, το γεννά η ανάγκη... Κι η ανάγκη μου γεννά την παρουσία σου... Γιατί στο όνειρο δεν κάνουν κουμάντο οι άμυνες... Εκεί αφήνεσαι με τη σιγουριά πως όταν ξυπνήσεις δεν θα υπάρχει κανένας μάρτυρας για να πει τι έχει γίνει...

     Κι όταν ξυπνήσεις μπορείς ακόμα να το παίζεις ήρωας... Μπορείς ακόμη να είσαι αυτός που πάντα βοηθά και που δεν έχει ανάγκη κανέναν...! Αυτό δεν θες? Να 'σαι εσύ ο δυνατός σε αυτό το παραμύθι!

     Μα μέσα σου ξέρεις την αλήθεια...!

     Ηρεμώ... Τώρα που αποδέχομαι το γεγονός της ανάγκης μου, μπορώ να χαρώ το ότι είσαι εδώ... Χαμογελάς... Με αυτό το τεράστιο χαμόγελό σου, που κάνει να φαίνεται μέχρι και το στραβό σου το δοντάκι... Και ξημερώνει... Άνοιξη...! Με αυτό το παιδικό σου γέλιο... Να μου θυμίζει... Πως... Σσσσσςςςςςς... **



*Η φράση από το ποίημα "Ήρθα μια μέρα", της Μαρίας Πολυδούρη από τη συλλογή "Οι τρίλλιες που σβήνουν"

**Το κείμενο γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του ραδιοφωνικού Καλειδοσκοπίου που έπαιξε στον αέρα του www.street-radio.gr την Τετάρτη 11/1/2012, με την αφορμή των δυο τραγουδιών (Θρυψαλάκι και Τσιγάρα Βαριά) και την ανάγκη που γέννησε ένα τρίτο τραγούδι που δεν έχει γραφτεί ακόμη... Μάλλον!

Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

Γυρεύοντας μια... Έξοδο Κινδύνου!



Πίσσα σκοτάδι... Ώρα απροσδιόριστη. Μέρα και χρονιά άγνωστη... Δωμάτιο κλειστό. Όπου κι αν περπατώ πέφτω σε τοίχο. Καιρό τώρα!

Πως βρέθηκα εδώ? Γύρισα ένα βράδυ σπίτι και δεν ήμουν καλά. Ένιωθα να πνίγομαι... Μέσα στο σπίτι μου και έξω από αυτό. Δεν με χωρούσε ο τόπος!

Πριν πέσω για ύπνο ευχήθηκα να μην ξυπνήσω ποτέ, αν ήταν να έχω αυτό το βάρος στο στήθος... Κι έπεσα σε λήθαργο!

Όλα ξεκίνησαν από ένα όνειρο... Στεκόμουν στην άκρη ενός γκρεμού. Μπροστά μου το χάος, πίσω μου σώματα. Δεν ξεχώριζα πρόσωπα, αλλά γνώριζα τα αγγίγματα! Ξαφνικά άρχισε να φυσάει με ορμή. Πάσχιζα να ισορροπήσω. Άπλωσα τα χέρια μου να βρω ένα στήριγμα. Ένα ζευγάρι χέρια με κράτησαν από τους ώμους. Το άρωμά σου με τύλιξε. Αισθάνθηκα σιγουριά.

"Βοήθησε με", είπα.
"Μην ανησυχείς... Για αυτό είμαι εδώ!", απάντησες. 

Ο αέρας άρχισε να δυναμώνει κι εγώ δεν φοβόμουν γιατί με κρατούσες εσύ! Κι όπως σου 'χα αφεθεί ρώτησες:

"Μ'αγαπάς?"
"Πιο πολύ κι απ'τη ζωή μου", είπα.
"Με εμπιστεύεσαι?"
"Απόλυτα!"
"Κλείσε τα μάτια σου και μη φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά."

Κι έκλεισα τα μάτια. Κι εσύ... Με έπιασες από τους ώμους και με έριξες στο γκρεμό! Πίεσα τον εαυτό μου να ξυπνήσει...

"Όνειρο είναι... Έλα! Ξύπνα τώρα!!!", είπα.

Μάταιος κόπος! Πανικός...

"Θα πεθάνω στα αλήθεια. Μα... Πως γίνεται? Ξύπνα σου λέω... ΞΥΠΝΑ!"

Δίχως αποτέλεσμα και αυτή η προσπάθεια. Μέχρι να σκεφτώ και να αποδεχτώ το θάνατο, προσγειώθηκα με ορμή στο πάτωμα ενός δωματίου. Πρέπει να πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να ανακτήσω τις αισθήσεις μου. Άνοιξα τα μάτια. Σκοτάδι...

"Δηλαδή... Έτσι είναι ο θάνατος?", σκέφτηκα.

Προσπάθησα να σηκωθώ. Ένιωθα σαν να είχα σπάσει όλα μου τα κόκκαλα. Έπειτα από αρκετή ώρα τα κατάφερα... Πονούσα παντού.

Άπλωσα τα χέρια προσπαθώντας να ψηλαφίσω το χώρο. Δεξιά και αριστερά τοίχος... Άρχισα να περπατώ κρατώντας τον, ελπίζοντας πως θα βρω την πόρτα που θα με οδηγήσει στην έξοδο...!

Περπατούσα κρατώντας τον τοίχο για ώρα... Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου... Και τα μάτια μου συνήθισαν να βλέπουν στο σκοτάδι. Μπορούσα πια να πω με σιγουριά πως δεν υπήρχε πόρτα. Πανικοβλήθηκα κι άρχισα να ανασαίνω με δυσκολία. Ύστερα βρήκα τις ανάσες μου και άρχισα να φωνάζω απεγνωσμένα "Βοήθεια", μέχρι που έχασα τη φωνή μου. Στο τέλος κάθησα στο πάτωμα κι έκλαψα με λυγμούς ώσπου αποκοιμήθηκα.

Και πέρασε ο καιρός... Κάθε που ξυπνάω εύχομαι όλα αυτά να ήταν απλά ένας εφιάλτης που έχασε το μέτρο και παρατράβηξε. Μα όσο κι αν εύχομαι ξυπνάω πάντα μέσα στο ίδιο κακό όνειρο. Σε ένα σκοτεινό κι έρημο δωμάτιο δίχως έξοδο.

Και μέσα στην απόλυτη ησυχία, σκέφτομαι όλα όσα έχω περάσει.

Πίστεψα και άκουσα πολύ τους ανθρώπους... Διορθώνω... Πίστεψα και άκουσα πολύ τις καρδιές των ανθρώπων. Αυτά που έλεγαν πίσω από τις λέξεις. Αυτά που ένιωθαν βαθιά μέσα τους... Τους κρυφούς πόθους... Πολύ τους αγάπησα τους κρυφούς πόθους των άλλων. Γιατί με έκαναν να μη βλέπω τους δικούς μου.

Δόθηκα κι εμπιστεύτηκα τα σώματα. Παρασύρθηκα από τα βλέμματα. Αφέθηκα στα αγγίγματα. Κι ας ήξερα πως ήταν δανεικά. Πάντα δανεικά είναι τα σώματα.

Και μεγάλωνα πάντα τα όρια μου απέναντι στους άλλους. Κι έδινα πάντα χώρο και χρόνο. Μέχρι που κατάργησα τα όρια. Πως να μετρηθεί το άπειρο!

Κι όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, έπαιρνα τις ευθύνες πάνω μου. Ήξερα από την αρχή πως το λάθος ήταν όλο δικό μου. Που πας δίχως όρια? Πως εμπιστεύεσαι σώματα που έχουν καρδιές με κρυφούς πόθους?

Κι όταν έβρισκα αθώες ψυχές κρατούσα αποστάσεις κι έπαιρνα το χρόνο μου για να σιγουρευτώ. Και μέχρι να σιγουρευτώ εκείνες είχαν κουραστεί να προσπαθούν να με πλησιάσουν και να βρίσκουν σε τοίχο!

Ώσπου απ'το πουθενά ήρθαν κάτι άλλες ψυχές... Κι άρχισαν να ρωτούν πέρα από τα ανώδυνα... Έβλεπαν πίσω από τις δικές μου λέξεις. Ένιωθα να απογυμνώνομαι και μιλούσα όλο και λιγότερο... Μερικές φορές ξεχνιόμουν ή ξέφευγε από τον έλεγχο μου και οι συζητήσεις βάραιναν... Μετά εξαφανιζόμουν για λίγο... Ή για πολύ!

Κάποιο βράδυ κουβέντα με την κουβέντα με οδηγούσες στο να δω όσα έκρυβα από τον εαυτό μου χρόνια ολόκληρα... Κι εγώ αποσυντονισμένη - κλειδώθηκα κι άλλαξα συζήτηση. Κι ακολουθώντας την πάγια τακτική μου, το 'ριξα στη δουλειά... Κι έκανα καιρό να βρω χρόνο να τα ξαναπούμε...

Κι όταν ξαναβρεθήκαμε ρωτούσες απλά πράγματα μα εγώ που φοβόμουν πως θα περπατήσεις στα κρυφά μου μονοπάτια, δεν συζητούσα ούτε αυτά.

Ήξερες... Πως μέσα μου κρύβω ένα μικρό χωριό με ανασφάλειες... Κι αποφάσισες εκείνο το βράδυ να γίνει μακελειό!

"Πως γίνεται να είσαι τόσο εγωίστρια?", είπες, "Πως γίνεται να απαιτείς από τους δικούς σου ανθρώπους να σε εμπιστεύονται και να συζητούν τα πάντα μαζί σου, τη στιγμή που εσύ κάνεις ακριβώς το αντίθετο? Τι θα γίνει αν πεις αυτό που σκέφτεσαι, αυτό που σε απασχολεί? Τι θα γίνει αν οι άνθρωποι που σε αγαπάνε μάθουν κάτι παραπάνω για τη ζωή σου? Πως θα νιώσουμε πως είμαστε σημαντικοί για σένα, αν μας κρατάς μακρυά από εσένα?"

Ένιωσα σαν οκτάχρονο που έσπασε το καλό βάζο της γιαγιάς και ακούει κατσάδα... Κι όσο κι αν έψαξα στο λεξιλόγιό μου και στο κουτάκι με τις έξυπνες απαντήσεις μου, το μόνο που είχα να πω ήταν: "Έχεις δίκιο" και αφού πέρασε λίγη ώρα σιωπής ακόμη είπα: "Πρέπει να φύγω"...

Και να 'μαι εδώ...

Βλέπω πια καθαρά πως οι πρώτες απαντήσεις μου σε κάποια ερωτήματα είναι προκάτ. Αληθινές μεν, αλλά δεν περιέχουν την ουσία. Είναι από αυτές τις απαντήσεις που ικανοποιούν τον άλλο ή του δίνουν να καταλάβει πως από εκεί και πέρα δεν πρέπει να προχωρήσει... Είναι από αυτές που με βολεύουν. Μια βιτρίνα που δεν έσπασα ποτέ. Μια πόρτα μέσα μου που δεν ανοίγω ούτε εγώ γιατί φοβάμαι τι θα δω... Τι θα ακούσω... Φοβάμαι μήπως με ακούσω!!!

Ένας θόρυβος ακούγεται στο βάθος και σταματά τη σκέψη μου... Βλέπω μια χαραμάδα φωτός... Μια πόρτα άνοιξε... Περπάτησα ως εκεί και στάθηκα στην άκρη. Δεν είμαι σίγουρη αν θέλω να περάσω αυτή τη γραμμή. Μοιάζει αστείο να το βλέπω τώρα, αλλά αυτή είναι η αλήθεια: από τότε που γεννήθηκα, ζω σε αυτό το σκοτεινό δωμάτιο.

Στέκομαι μπροστά στην ανοιχτή πόρτα και παρατηρώ τον κόσμο που κινείται έξω από αυτή. Σε βλέπω στο απέναντι πεζοδρόμιο να χαμογελάς... Ακούω τη φωνή σου μέσα στο κεφάλι μου...

"Τι θα πάθεις αν κάνεις ένα βήμα?"
"Έλα ντε... Τι χειρότερο μπορεί να πάθω?"