Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Εγώ τον σκότωσα!!!



(Μάθαμε οι άνθρωποι να θέλουμε αίμα για να ξυπνήσουμε... Σαν να βαλθήκαμε να επιβεβαιώσουμε εδώ και τώρα, το "θέλει νεκροί χιλιάδες να 'ναι στους τρόχους... θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους..."...)


Ξύπνησα και τα χέρια μου κατακόκκινα... Στάζουν αίμα! Το αίμα του γείτονα Πακιστανού, του Αιγύπτιου στα Πετράλωνα, του Έλληνα στη Νίκαια...

Αίμα θέλουμε για να καταλάβουμε... Γιατί αλλιώς ο καθένας τη δουλειά του και την καμπούρα του...

Ξύπνησα και τα χέρια μου κατακόκκινα...

Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη... Γυμνή, μέσα στα αίματα!

Ντροπιασμένη η μέσα μου φωνή δεν βγαίνει... Γιατί τώρα ξέρει... Τώρα, δεν μπορεί να ρίξει το φταίξιμο αλλού!

Γιατί το χέρι οπλίστηκε από το χέρι που έριξε το φάκελο στην κάλπη...

Και το θάρρος δόθηκε από τη φωνή που φώναξε "πες τα ρε!", χωρίς να καταλάβει ποιον έχει απέναντί του!

Βγαίνω στο δρόμο -γυμνή- μέσα στα αίματα και φωνάζω

"ΕΓΩ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑ!

Εγώ... Που δεν σας έπεισα πως -αυτοί- ΔΕΝ είναι η λύση!
Εγώ που είπα "εσείς φταίτε που τους ψηφίσατε!"...
Εγώ που είπα "έφαγαν έναν ξένο και μετά είπα "σκότωσαν τον Παύλο", (ο δικός μου φίλος είχε όνομα, μα ο ξένος παρέμεινε ξένος και μετά θάνατον)...

ΕΓΩ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑ...!

Εγώ... Που είπα για τον ομοφυλόφιλο που χαράκωσαν πως "προκαλούσε ο πούστης!"
Εγώ ο κανίβαλος τον σκότωσα σας λέω...!
Εγώ που έμαθα να αποζητώ αίμα... Αίμα ανθρώπου δικού μου για να ξυπνήσω!"




Usurum

"Κάπου Εδώ"

Κάπου σε ένα χωριό
Δίπλα σε μια σκοτεινή ψεύτικη αγκαλιά
Οι μανάδες σφάζουν τα παιδιά τους
Τραβάνε από το στήθος την καρδιά τους

Κάπου σε ένα χωριό
Δε γιορτάζουν τις χαρές
Το θεό τους βρίζουν οι γριές
Κι οι πιστοί σταυρώνουν ανθισμένες αμυγδαλιές

Κάπου σε ένα χωριο
Δεν κλαίει ποτέ κανείς
Και σ' αγαπώ δε λένε σιγανά
Μόνο το κράζουν σε μεγάφωνα λευκά

Κι εγώ είμαι εκεί
Κι εσύ είσαι εκεί
Κι ο νους μας αρρωσταίνει απ τον αέρα
Γιατί ο ήλιος δεν πετάει φωτιές
Γιατί στο δάσος τους φορέσαν κουνουπιέρα

Γιατί ο άνθρωπος δεν εκπνέει ευχές
Γιατί μολύνθηκε ο εγκέφαλος εκεί πέρα
Κι εγώ είμαι εκεί
Κι εσύ είσαι εκεί
Κι ο νους μας αρρωσταίνει απ τον αέρα

Τη μνήμη μας ταίζουνε ναρκωτικά
Από λωτούς παρσκευασμένα
Και τα αγριόχορτα που φύτρωσαν στο δάσος μαζικά
Με ροζ χαρτιά τα κρατάνε πεθαμένα

Και τώρα πια μας τελείωσε η μπογιά
Που μ' αυτή έγραφε "no pasaran" ο κόσμος
Και το μικρό δε θα ξεμυτίσει απ τη φωλιά
Γιατί μας ντάντεψε στα πόδια του ο τρόμος

Κι όλα τα φτιάχνουνε να μοιάζουνε σωστά
Κι όσα δεν μπόρεσαν θυσίες τα πουλάνε
Και το πληρώνουμε με τόκους ακριβά
Στο χωριό όπου κανίβαλλοι κυβερνάνε