Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Είμαι 4... 30... 90... Είμαι ελεύθερη.







"Είμαι τεσσάρων. 
Η μαμά μου με βάζει για ύπνο στο κρεβάτι... Με σκεπάζει... Σβήνει το φως... Κλείνω τα μάτια κι αποκοιμιεμαι σχεδόν αμέσως... Στον ύπνο μου βλέπω ενα δάσος κι εμένα να τρέχω ανάμεσα στα δέντρα... Τα χαχανητά μου και τα γέλια μου ακούγονται παντού...
Ώσπου καταλήγω σε ένα ξέφωτο κι εκεί το σκηνικό αλλάζει!
Ξαφνικά το φως του ήλιου χάνεται και το έδαφος μετατρέπεται σε μια μαύρη τρύπα που με ρουφά...

Ανοίγω τα μάτια τρομαγμένη! 

Είμαι τριάντα! 
Κάνω να σηκωθώ να τρέξω προς το δωμάτιο των γονιών μου και την αγκαλιά της μάνας μου μα αντιλαμβάνομαι πως πλέον ζούμε χιλιόμετρα μακρυά... 
Φοβάμαι κι είμαι μόνη... Φοβάμαι ρε! Το καταλαβαίνεις; 
Σηκώνομαι και τρέχω στο μπάνιο... Δεν έχω ανάσα και δεν ξέρω τι να κάνω!
Βάζω το χέρι μου στο στόμα προσπαθώντας να με προκαλέσω να κάνω εμετό.
Νιώθω πως έτσι θα ελευθερωθεί ο λαιμός μου και θα ανασάνω...
Καταλήγω κουλουριασμενη στο πάτωμα... Η ανάσα μου κάτι ανάμεσα σε λαχάνιασμα και λυγμό...

Κλείνω τα μάτια... Τα ξανανοίγω... 

Είμαι πάλι παιδί... Και μάνα ταυτόχρονα!
Σαν μάνα θρηνώ βουβά και σκύβω πάνω από τα αναφιλητά του παιδιού μου...
Με όψη σκληρή και άτεγκτη. Του κρύβω την αλήθεια για να σταθεί στα πόδια του... Να επανέλθει! Φωτίζω τη μαύρη τρύπα που το ρουφά... 
Παιδί στα τριάντα μου... 
Τεσσάρων χρονών μάνα...

Κλείνω τα μάτια... Τα ξανανοίγω... 

Είμαι ενενήντα...
Μεγάλωσα το παιδί μέσα μου... Αγκάλιασα τη μάνα... 
Πορεύτηκα μαζί της στον ίδιο δρόμο... Και ξανάγινα παιδί! 
Βλέπω καθαρά πλέον πως από τότε που γεννήθηκα ως τώρα, ακροβατουσα πάντα ανάμεσα σε τρεις ηλικίες. 

Παιδί κάθε που φοβόμουν...

Μάνα κάθε που έπρεπε να είμαι δυνατή... Κι ας φοβόμουν...

Γιαγιά κάθε που συμβούλευα τον εαυτό μου... Κάθε που έπαιρνα κάποιο μάθημα απο τη ζωή...
Και το φοβόμουν...

Κλείνω τα μάτια...

Σήμερα αποδέχτηκα τους 3 εαυτούς μου... Και μπορώ να φύγω ήρεμη πως τώρα πια με γνώρισα!

Κλείνω τα μάτια... Είμαι ελεύθερη...

Κι εσείς εαυτοί μου που τόσο καλά με φροντίσατε και με φτάσατε ως εδώ...

Ελεύθεροι!"


Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Τα "30"




Ένα βήμα πριν από τα 30…

Μετέωρο…

Αναποφάσιστο…

Τα χρόνια κυλούν σαν το νερό κι ούτε ρωτούν αν πνίγομαι…

Έχω μια βαθιά επιθυμία… Μια μέρα θα την κάνω αλήθεια και θα την προσφέρω στον εαυτό μου – δώρο: Θα βρω ένα φάρο! Κι ένα ωραίο πρωί θα φύγω για τις δουΓειές μου και το τελείωμα της μέρας θα με βρει εκεί…

Θα ‘μαι μέσα στη θάλασσα κι έξω απ’αυτή…

Μέσα στο φως και μακρυά του…

Κι ο καιρός θα περνά κι όλοι θα νομίζουν πως έχω πια πεθάνει… 

Κι όπως λέει κι η Βλαχογιάννη στο «Με λένε Θάνατο» όλοι θα ρωτούν: «Μια Στέλλα τι την είχατε?»

Οι μέρες θα φεύγουν κι εγώ θα αλλάζω μορφές ανάλογα με τη φαντασία του κόσμου…

Άλλοι θα με θεωρούν μάγισσα κι άλλοι απλά παράξενη… Άλλοι θα με λένε φυγά ή τρομοκράτη που βρήκα καταφύγιο στο φάρο για να γλυτώσω μια κάποια σύλληψη…
Κι εγώ θα είμαι λίγο απ’όλα… Όπως ήμουν πάντα άλλωστε…

Μια Παρα…Ξένη κοπέλα…

Μια μάγισσα με χίλιες εσωτερικές φωνές…

Φυγάς και τρομοκράτης του εαυτού μου…

Κάποιο βράδυ θα με πάρει ο ύπνος στην αμμουδιά… 
Η θάλασσα θα ανέβει και θα με σκεπάσει… Θα με πλύνει…

Θα ανοίξω τα μάτια μου στο πρώτο φως κι ένα τραγούδι θα με έχει πάρει απ’το χέρι…
Θα μιλά για μοναχικούς ανθρώπους, αγάπες και μαύρους κάβους… Γοργόνες και Μαγδαληνές…

Υπνωτισμένη θα ακολουθήσω τη φωνή…
 
«Ώρα να γυρίσεις», θα πει…

Κι εγώ θα τηρήσω την εντολή κατά γράμμα…

Και θα επιστρέψω…




 φωτογραφία: Χρήστος Τόλης








Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Πάνω στο σώμα μου...






"Στον δεξί μου αντίχειρα φοράω ένα δαχτυλίδι...

Το διάλεξε χέρι αγαπημένο, κι εγώ 12 χρόνια δεν το έβγαλα ούτε 1 φορά...

Ξέρεις πόσο είναι 12 χρόνια; Τώρα που πατάω τα 30 αντιλαμβάνομαι πως είναι μισή ζωή!

Κατά καιρούς ήρθαν πολλά δαχτυλίδια να διεκδικήσουν τη θέση του.
Πιο όμορφα... Πιο γυναικεία... Πιο φινετσάτα...

Μα κάθε φορά που το αλλάζω, όλο μου το σώμα αρρωσταίνει...!

Ο δείκτης και ο μέσος του δεξιού μου χεριού αγγίζουν μηχανικά με τις άκρες τους τον "νέο" και αποτραβιόνται με αποτροπιασμό...

Το αριστερό μου χέρι που συνηθίζει να στριφογυρνά το δαχτυλίδι, να το αφαιρεί και να το επανατοποθετεί στον αντίχειρα σε στιγμές αμηχανίας, κρατιέται σε απόσταση κι ούτε που πλησιάζει.

Εγώ... Εθισμένη αναζητώ τη δόση του εφηβικού μου δαχτυλιδιού...
Να μπει στη θέση του... Αυτό και όλα όσα κουβαλάει... Στη θέση τους...!

Έχω φτιάξει πάνω στο σώμα μου μια θήκη...
Κι όποτε μένει κενή μοιάζει με τραύμα ανοιχτό που αιμορραγεί. Κι εγώ φοβάμαι...
Το αγαπάω το αίμα μου μα αυτό με πνίγει...!

Έχω φτιάξει πάνω στο σώμα μου μια θήκη...
Και πασχίζω μην ξεχαστω και την αφήσω ανοιχτή...
Γιατί φοβάμαι... Πολύ...

Έχω φτιάξει πάνω στο σώμα μου μια θήκη...

Πάνω στο σώμα μου...

Μια θήκη..."

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

Τα χέρια




(Το κείμενο γράφτηκε στον αέρα του ραδιοφωνικού Καλειδοσκοπίου που "πάλευε" με τις μουσικές, τις λέξεις και μια "ζωή που μετράει τις εξαιρέσεις", την Τετάρτης 26/2/2014... Ευχαριστώ πολύ τη Φαίδρα Χάρδα για τη φωτογραφική "παρουσία"... Κυρίως όμως για τη διδαχή των λίγων λέξεων... http://fedracharda.blogspot.gr/2014/02/blog-post.html)


Έχεις σκεφτεί ποτέ πόσο γοητευτικό είναι ένα ζευγάρι χέρια? Πόσα μπορούν να σου αποκαλύψουν?

Μακρυά δάχτυλα… Τεντωμένα νεύρα, έντονες γραμμές… 

Έρωτας τα χέρια σου λέω…!

Σκέψου…

Πόση φροντίδα εκφράζει μια παλάμη που αγκαλιάζει ένα πρόσωπο κι ένας αντίχειρας που σκουπίζει τα δάκρυα που τρέχουν απ’τα μάτια σου…

Την ένταση μιας σφιχτοκλεισμένης γροθιάς…

Σκέψου δάχτυλα να τρέχουν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου ή να κλείνουν τα τάστα μιας κιθάρας…

Παλάμες που αγκαλιάζουν πρόσωπα… Σώματα…

Χέρια που αγκαλιάζουν νευρικά και αμήχανα το ζευγάρι τους…

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξεχνούν ποτέ τα αρώματα των αγαπημένων τους ανθρώπων…

Εγώ κάνω συλλογή από χέρια!

Κι όταν δεν είμαι καλά τα αισθάνομαι να με αγγίζουν…

Φιλικά χέρια να με ακουμπούν στους ώμους…

Ερωτικά χέρια να εξερευνούν τις πιο κρυφές πτυχές του κορμιού μου…

Το χέρι της μάνας μου που κλείνει στις χούφτες της το δικό μου χέρι…

Ξυπνώ… 

Υπνωτισμένη κοιτώ τα χέρια μου…

Άδεια… Ξερά…

Είναι αργά…

«Γαμημένο βράδυ», σκέφτομαι…

Σβήνω τα φώτα… Γυρνώ πλευρό…

Κάποια στιγμή πρέπει να αφιερώσω χρόνο στον εαυτό μου για να του βρω έναν τρόπο να κλείνει το εσωτερικό του ραδιόφωνο…

Γαμημένο βράδυ…

Άδεια χέρια…

Κλείσ’ το!






Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Ψιτ...


  

Δυο ρωγμές στο ταβάνι. 

Κλείνω το ένα μάτι και μετρώ το μέγεθός τους με τον αντίχειρα, σαν να θέλω να τις αποτυπώσω στον καμβά. 

Δεν έχω τίποτα να κάνω σήμερα. Κανένας δεν είναι εδώ. 

Αν το καλοσκεφτείς, θα μπορούσε ετούτη η μέρα να μην υπάρχει... Αφού εγώ είμαι ο μόνος μάρτυρας της ύπαρξή της σε ετούτο το δωμάτιο, αν αρνηθώ πως την είδα, θεωρητικά δεν θα υπάρξει!


Δωμάτιο κατάλευκο από ιδιοτροπία και αντίδραση. 

Κάποτε η μάνα μου, μου είπε: 
«βάλε παιδάκι μου στους τοίχους λίγο χρώμα. Μοιάζει με τρελοκομείο εδώ μέσα!», 
κι εγώ πέταξα τα χρώματα κι ας τα είχα αγοράσει εκείνη τη μέρα. 
Και το άφησα κατάλευκο!

«Τι θα κάνεις όλη μέρα εδώ μέσα?», γνέφει επικριτικά το υποσυνείδητο στο συνειδητό. Μια ζωή σε κόντρα αυτά τα δύο!

Κοιτάζω επίμονα τις ρωγμές. Έχουν ζωή κι αυτές. Κάποτε ήταν μια ανεπαίσθητη γραμμή - τώρα ολόκληρες ρωγμές που κυριαρχούν το ταβάνι και εμένα. 

Μάτια κλειστά. Η επίμονη παρατήρηση κουράζει κάποτε. 
Κοιμίζει το μέσα σου και στρέφει την προσοχή αλλού.

«Ψιτ. Εγώ είμαι το θέμα σου!», 
τρίζουν οι ρωγμές στη γλώσσα τους κι ανοίγουν το ταβάνι στα δυο! 

«Ψιτ -ΕΓΩ- είμαι το θέμα σου!»

υ.γ.: η φωτογραφία ανήκει στην -σχεδόν προσωπική πια- στιγμογράφο του Καλειδοσκοπίου, Ελευθερία Άνθη κι έψαχνα καιρό να της δώσω λέξεις... Κι όσα δεν έκανα εγώ, τα έκαναν μια κρίση κι ένα αηδόνι...

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Τραγούδα μου -τον- π' αγαπώ...


(αλλά μην το πεις σε κανέναν...)



Μερικές φορές ένα χαμένο φεγγάρι και μια πέτρα έχουν τη δύναμη να φτιάξουν μια στιγμή που δεν θα ξεχάσεις ποτέ... Αρκεί να την αφήσεις να φτάσει μέχρι το τέλος χωρίς να φοβηθείς... Αν μου ζητούσες να σου πω ποιο είναι το πιο στιγμογραφημένο μου τραγούδι θα σου έλεγα για αυτή την πέτρα... Για αυτό το αηδόνι που τραγουδά -τον- π'αγαπώ... Που κάθε φορά έχει άλλο πρόσωπο... Κι είναι έρωτας, κι άλλοτε φίλος και κάποιες φορές δεν είναι κανείς... Καρέ στιγμών για 5 λεπτά... Τόσα χρειάζομαι για να τα περάσω μια φορά σαν ταινία μπροστά από τα κλειστά μου μάτια... Να ζήσω τις εναλλαγές... Κλάματα, τραπέζια με φίλους, μοναξιές και κλειστά παράθυρα, τσιγάρα και μισογεμάτα ποτήρια, μηνύματα δίχως απάντηση, σβηστά φώτα σε διπλό κρεβάτι, διπλές σκιές στο μισοσκόταδο... Όχι... Δεν είναι δικές μου όλες οι στιγμές... Οι περισσότερες είναι άλλων ανθρώπων που δεν ξέρουν καν ότι τρύπωσα μέσα από τα κλειστά τους μάτια και τις έκλεψα... Μαζί με τις δικές τους κάπου κι οι δικές μου... Μόνο που έτσι που μπερδεύτηκαν δεν τις ξεχωρίζω πια... Αλλά από την άλλη... Δεν ξέρω κι αν θέλω... Κι αν κάποια στιγμή τύχει να το τραγουδήσεις κι εγώ είμαι κάπου δίπλα σου μην τρομάξεις... Υπόσχομαι να μην μαρτυρήσω ποτέ την κρυμμένη σου σκέψη... Μόνο στο αηδόνι θα τα πω για να σκέφτεται κι εσένα σαν τραγουδά... Μην ανησυχείς όμως... Εκείνο θα λέει πάντα για μια πέτρα κι ένα χαμένο φεγγάρι... Τίποτε παραπάνω...


(ένα κείμενο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του ραδιοφωνικού Καλειδοσκοπίου που έπαιξε στον αέρα του Στρη -www.streetradio.gr- στις 4/12/2013 και δεν πρόλαβε να ειπωθεί... Αλλά πρόλαβε να νιώσει...)

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Εγώ τον σκότωσα!!!



(Μάθαμε οι άνθρωποι να θέλουμε αίμα για να ξυπνήσουμε... Σαν να βαλθήκαμε να επιβεβαιώσουμε εδώ και τώρα, το "θέλει νεκροί χιλιάδες να 'ναι στους τρόχους... θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους..."...)


Ξύπνησα και τα χέρια μου κατακόκκινα... Στάζουν αίμα! Το αίμα του γείτονα Πακιστανού, του Αιγύπτιου στα Πετράλωνα, του Έλληνα στη Νίκαια...

Αίμα θέλουμε για να καταλάβουμε... Γιατί αλλιώς ο καθένας τη δουλειά του και την καμπούρα του...

Ξύπνησα και τα χέρια μου κατακόκκινα...

Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη... Γυμνή, μέσα στα αίματα!

Ντροπιασμένη η μέσα μου φωνή δεν βγαίνει... Γιατί τώρα ξέρει... Τώρα, δεν μπορεί να ρίξει το φταίξιμο αλλού!

Γιατί το χέρι οπλίστηκε από το χέρι που έριξε το φάκελο στην κάλπη...

Και το θάρρος δόθηκε από τη φωνή που φώναξε "πες τα ρε!", χωρίς να καταλάβει ποιον έχει απέναντί του!

Βγαίνω στο δρόμο -γυμνή- μέσα στα αίματα και φωνάζω

"ΕΓΩ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑ!

Εγώ... Που δεν σας έπεισα πως -αυτοί- ΔΕΝ είναι η λύση!
Εγώ που είπα "εσείς φταίτε που τους ψηφίσατε!"...
Εγώ που είπα "έφαγαν έναν ξένο και μετά είπα "σκότωσαν τον Παύλο", (ο δικός μου φίλος είχε όνομα, μα ο ξένος παρέμεινε ξένος και μετά θάνατον)...

ΕΓΩ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑ...!

Εγώ... Που είπα για τον ομοφυλόφιλο που χαράκωσαν πως "προκαλούσε ο πούστης!"
Εγώ ο κανίβαλος τον σκότωσα σας λέω...!
Εγώ που έμαθα να αποζητώ αίμα... Αίμα ανθρώπου δικού μου για να ξυπνήσω!"




Usurum

"Κάπου Εδώ"

Κάπου σε ένα χωριό
Δίπλα σε μια σκοτεινή ψεύτικη αγκαλιά
Οι μανάδες σφάζουν τα παιδιά τους
Τραβάνε από το στήθος την καρδιά τους

Κάπου σε ένα χωριό
Δε γιορτάζουν τις χαρές
Το θεό τους βρίζουν οι γριές
Κι οι πιστοί σταυρώνουν ανθισμένες αμυγδαλιές

Κάπου σε ένα χωριο
Δεν κλαίει ποτέ κανείς
Και σ' αγαπώ δε λένε σιγανά
Μόνο το κράζουν σε μεγάφωνα λευκά

Κι εγώ είμαι εκεί
Κι εσύ είσαι εκεί
Κι ο νους μας αρρωσταίνει απ τον αέρα
Γιατί ο ήλιος δεν πετάει φωτιές
Γιατί στο δάσος τους φορέσαν κουνουπιέρα

Γιατί ο άνθρωπος δεν εκπνέει ευχές
Γιατί μολύνθηκε ο εγκέφαλος εκεί πέρα
Κι εγώ είμαι εκεί
Κι εσύ είσαι εκεί
Κι ο νους μας αρρωσταίνει απ τον αέρα

Τη μνήμη μας ταίζουνε ναρκωτικά
Από λωτούς παρσκευασμένα
Και τα αγριόχορτα που φύτρωσαν στο δάσος μαζικά
Με ροζ χαρτιά τα κρατάνε πεθαμένα

Και τώρα πια μας τελείωσε η μπογιά
Που μ' αυτή έγραφε "no pasaran" ο κόσμος
Και το μικρό δε θα ξεμυτίσει απ τη φωλιά
Γιατί μας ντάντεψε στα πόδια του ο τρόμος

Κι όλα τα φτιάχνουνε να μοιάζουνε σωστά
Κι όσα δεν μπόρεσαν θυσίες τα πουλάνε
Και το πληρώνουμε με τόκους ακριβά
Στο χωριό όπου κανίβαλλοι κυβερνάνε

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

...Να μείνουμε εδώ...




'Ελα να μείνουμε εδώ...

Να πέσουμε από γκρεμούς και να γίνουμε κομμάτια....

Να παραστήσουμε τους νεκρούς και να ξεγελάσουμε το χρόνο...

Να πούμε πως σε τούτες τις μέρες τίποτε δεν υπήρξε, αφού δεν υπήρξαμε εμείς...

Κι ύστερα να αναγεννήσουμε το παρόν...

Να είναι γελαστό σαν τα πρόσωπα των παιδιών που αντικρύζουν τα χριστουγεννιάτικα δώρα τους...

Γλυκό σαν τη ζάχαρη άχνη και το μέλι...

Ζεστό και ασφαλές σαν την αγκαλιά των πιο δικών μας ανθρώπων...

Έλα να μείνουμε εδώ...

Να ξανασυνθέσουμε το παζλ του εαυτού μας!!!



(Υ.Γ.: Πάντα το Χρυσαλιφούρφουρο θα σημαίνει την  Άνοιξη... Φύσα το... Την άνοιξη να φέρεις...)



Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Η μοναξιά των δύο...






Αξημέρωτα, επιστροφή στο σπίτι.

Πάνε ώρες που σχόλασα μα δεν ήθελα να γυρίσω εδώ... Χρειαζόμουν μια μεγάλη βόλτα για να αποδεχτώ το τέλος μας.


Στο σαλόνι χαμηλός φωτισμός και μουσική... Μισοκαμμένα κερια, το μπουκάλι με το κρασί άδειο, χαρτιά τσαλακωμένα και πεταμένα στο πάτωμα... Αναμνηστικά του χθες...


Οι βαλίτσες φτιαγμένες και αφημένες δίπλα στον καναπέ... Αξεσουάρ του αύριο.


Γύρισα μα είμαι ακόμα έξω... Στη βόλτα μου.


Σε μια βόλτα σαν κι αυτή γνωριστήκαμε... Κάτω από την Ακρόπολη... Θυμάσαι?


Σε μια εποχή που δεν ήμουν για πολλά... Είχα συνηθίσει τη μοναξιά μου και την είχα αγαπήσει... Συγκατοικούσα μαζί της για καιρό, είχα μάθει τα χούγια της κι εκείνη τα δικά μου και περνούσαμε καλά.


Κι έπεσα πάνω σου...


Κι είχες μια αύρα αλλιώτικη... Είχες... Πάθος! 

Κι εγώ είχα μια επιθυμία αμίλητη, που ξαφνικά άκουσε τη φωνή της και της άρεσε τόσο, που μου πήρε τα αυτιά!

Κι εκεί που παρατηρούσα τους περαστικούς, άρχισα να βλέπω παντού, εσένα.

Τα ανέμελα μαλλιά σου που σχημάτιζαν ατίθασες μπούκλες και σου έσπαγαν τα νεύρα...
Τις φακίδες στα μάγουλά σου...
Τα λακάκια που σχηματίζονταν όταν γελούσες...  
Τα χέρια σου...
Χριστέ μου, πόσο τα λάτρεψα τα χέρια σου!
Γιατί με κράταγαν...
Με άγγιζαν...
Με αγκάλιαζαν...         

Αν μπορούσα να διαλέξω Θεό, εγώ θα πίστευα στα χέρια σου!


Θυμάσαι που κάποια στιγμή στο είπα και μου κρατούσες μούτρα όλη μέρα?


-Πως είναι δυνατόν να αγαπάς ένα ζευγάρι χέρια?, με ρώτησες...


Δεν σου απάντησα...


Μόνο ακούμπησα τις παλάμες μου στο πρόσωπό σου... Έκλεισα με τα δάχτυλά μου τα μάτια σου κι ύστερα αγκάλιασα με τις χούφτες μου τα χέρια σου και τα φίλησα... Λίγο πριν ανοίξεις τα μάτια σου, σε έβαλα να αγγίξεις την καρδιά μου... Και δεν με ξαναρώτησες ποτέ!


Δυσκολευτήκαμε πολύ στην αρχή μέχρι να συνηθίσουμε τις διαφορές μας και να γεφυρώσουμε κάποιες από αυτές.Ήμασταν τόσο παράταιροι!


Εγώ μιλούσα πάντα λίγο κι ήθελα το χρόνο μου...

Εσύ έλεγες κάθε σου σκέψη φωναχτά και τα ήθελες όλα-τώρα!
Με τον καιρό έγινα πιο εκφραστική.
Κι εσύ σταμάτησες να τρέχεις τόσο.
Κι ήταν σαν παιχνίδι!

Δεν εκβιάσαμε ποτέ τις αλλαγές.

Ότι άλλαζε προέκυπτε από εσωτερική ανάγκη και επιθυμία κι όχι από το φόβο μη χάσει ο ένας τον άλλο. Ζούσαμε μαζί, αλλά ήμασταν ελεύθεροι. 
Μια προσωπικότητα με τρεις φωνές...
Τη δική σου... Τη δική μου... Τη δική μας...
Με όλα τα λάθη της και με όλα τα καλά της.

Και περνούσαμε ωραία. Ξαπλώναμε το βράδυ μαζί και φώλιαζα στα χέρια σου... 

Και κοιμόμουν αφημένη στη μοναδική τους ασφάλεια.

Δεν ξέρω πότε ακριβώς και γιατί χάσαμε το παιχνίδι.

Θυμάμαι πως κάποιο βράδυ δε γύρισες σπίτι γιατί είχες πολλή δουλειά.
Κι ύστερα ήρθαν κάτι άλλα βράδια που σε πήρε ο ύπνος στον καναπέ γιατί 
"ήμουν πάρα πολύ κουρασμένος μάτια μου κι ούτε που το κατάλαβα".

Κι εγώ -όσο κουρασμένη κι αν ήμουν- στριφογυρνούσα στο άδειο κρεβάτι κι ούτε που έκλεινα μάτι... Γιατί το σώμα μου καταλάβαινε την απουσία σου κάθε βράδυ που έλειπες...

 
Και σιγά-σιγά άρχισε η ψυχή μου να καταλαβαίνει την απουσία σου κάθε που ήσουν εδώ...

Χθες το πρωί σε παρακάλεσα να μην πας πουθενά. 

Ήθελα να μιλήσουμε και να βρούμε μια λύση.

Κι εσύ, ακούμπησες τις παλάμες σου στο πρόσωπό μου...Έκλεισες με τα δάχτυλά σου τα μάτια μου κι ύστερα αγκάλιασες με τις χούφτες σου τα χέρια μου και τα φίλησες... Λίγο πριν ανοίξω τα μάτια μου, με έβαλες να αγγίξω την καρδιά σου... Και σταμάτησα να ψάχνω λύσεις...


Μπαίνω στην κρεβατοκάμαρα... Κάποτε αυτό ήταν το αγαπημένο μου δωμάτιο... Σαν καταφύγιο στο δάσος σε ώρα καταιγίδας... 


Σε βλέπω να κοιμάσαι κι έχω στο πρόσωπό μου τις σταγόνες της βροχής και κάτι άλλες στάλες, αλμυρές που πέφτουν ακατάπαυστα από τα μάτια μου...


Ξαπλώνω δίπλα σου κι ενώ ξέρω πως είναι η τελευταία φορά, έχω ακόμα μια ελπίδα πως κάτι θα αλλάξει... Κάνω να σε αγκαλιάσω και γυρνάς την πλάτη... Και διαλύεται κι αυτή...


Απόψε, το τέλος, δηλώνεται ηρωικά με όλους τους τρόπους...


Με μια αναδρομή...


Με βαλίτσες φτιαγμένες...


Με πλάτες γυρισμένες...


Με χέρια ξερά...


Κουβέρτα και στο σαλόνι... 


Τελευταία πράξη... 


Καναπές, μουσική, στίχοι, εγώ, εσύ κι ένα τραγούδι... Αυλαία... Τέλος! 



* Το τραγούδι "Η Μοναξιά των δύο" πρωτοπαρουσιάστηκε στο event "Tell me a new song" του Μικρού Πολυτεχνείου, στη μουσική σκηνή "Αυλαία", την 1/6/2010, σε στίχους της Τάμμυς Τσέκου, μουσική του Απόστολου Ρίζου και ερμηνεία της Μαρίας Παπαγεωργίου και παραμένει αδισκογράφητο... Ακόμα κι έτσι όμως, αποτελεί διαμάντι αλήθειας και πηγή έμπνευσης...
 
**Το βίντεο τραβήχτηκε από τον "ψηλό" (Χρήστο Καλογριανίτη), κατά τη διάρκεια των παραστάσεων του Απόστολου Ρίζου "Καρέ της Ντάμας", στο plus του Σταυρού του Νότου, με καλεσμένη τη Μαρία Παπαγεωργίου την Πέμπτη 29/11/2012.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Μ' αγαπάς... Λίγο?

 

Κάποτε μου είπες πως: "σημασία δεν έχει να βρίσκεσαι στη θάλασσα ή να τη βλέπεις... Σημασία έχει να έχεις την αλμύρα στο στόμα σου... Και να μυρίζεις θάλασσα..."




Ίσως δε γίνω ποτέ ο ιδανικός άνθρωπος… Αυτός που θα ‘θελα… Αυτός που έχεις ανάγκη…

Κι ίσως τελικά να μην κάνουμε μαζί κανένα από τα ταξίδια που ονειρεύτηκες…

Μη μου θυμώνεις… Μη με κοιτάς επικριτικά, να χαρείς… 

Δεν θα αλλάξω... Ξέρω πως είναι λυπηρό, μα είναι αλήθεια…

Θα συνεχίσω να αγαπώ με έναν τρόπο φιλικό κι ερωτευμένο κάθε άνθρωπο που κεντρίζει το ενδιαφέρον μου… Δίχως όρια… Με τα ενδεχόμενα όλα ανοιχτά… Κι ας χάνω παιχνίδια… Κι ας πενθώ ακόμη…

Κι όταν όλα πάνε στραβά θα κλείνομαι πάντα στο σπίτι μου… Και στο τηλέφωνο θα παριστάνω τον ήρωα… Κι ας ξέρω πως ξέρεις… Και θα κάνω πλάκα… Και θα λέω ανόητα αστεία… Και θα παρεξηγούμαι μαζί σου γιατί το παρατράβηξα…

Θα μονολογώ… Και θα λέω συνέχεια για δουλειές… Και θα αλλάζω θέμα… 

Κι ύστερα θα φοβάμαι… Και θα με τρελαίνουν οι ανασφάλειες και θα σε ρωτώ αν 
«μ’άγαπάς λίγο…»… Και μετά θα βάλω τα κλάματα με την απάντησή σου κι ας την ξέρω ήδη…

Δεν θα αλλάξω…

Δεν θα γίνω ποτέ εκφραστική… Ούτε ομιλητική… Και δεν θα τα πάω ποτέ καλά με το τηλέφωνο… Και θα εξακολουθήσω να περνώ τις φάσεις μου μια φορά το μήνα… Ή παραπάνω!
Και θα πληρώνεις πάντα εσύ τα νεύρα μου…
Και θα περνάς κάθε μου κρίση…

Κι εγώ δεν θα αλλάξω…

Θα συνεχίσω να χάνομαι στις σκέψεις μου και να αποσυντονίζομαι… 
Και στις μεγάλες μου σιωπές θα νιώθω την ανάγκη να στα πω όλα… 
Μα τελικά, δεν θα μπορέσω να πω τίποτε και δεν θα καταλάβω ποτέ το γιατί κι ούτε θα μπορέσω να το εξηγήσω…

Και πάντα θα σε ρωτώ: «πόσο σου ‘λειψα?», για να αποφύγω να σου πω:
«χριστέ μου… Πόσο πολύ μου έλειψες?»… 

Κι αντί να σου πω: «πόσο υπερήφανη είμαι για αυτό που είσαι και για αυτό που γίνεσαι», θα σου πω χίλιες φορές: «είσαι πολύ όμορφος απόψε»…

Κι αν καμμιά φορά ξεφύγει ένα «σ’αγαπώ» πνιγμένο, θα ντραπώ τόσο πολύ που στο είπα, που θα το βάλω στα πόδια… Μα θα ‘ναι άνοιξη για μένα η στιγμή… Κι ας ντράπηκε…

Όχι… Δυστυχώς δεν θα αλλάξω…

Κι αν η ανάγκη μου δεν έγραφε ετούτες τις λέξεις σε κάτι σκισμένα χαρτιά, κάτι απεγνωσμένα χαράματα, ούτε αυτά θα σου έλεγα… 

Και να σου πω άλλη μια αλήθεια? Μέχρι κι εγώ ξαφνιάζομαι με αυτά που διαβάζω…

Κι είναι τόσα κι άλλα τόσα… Σκέψεις που κινούνται πολύ γρήγορα στο μυαλό μου και δεν τις ακούω καθαρά για να τις καταγράψω…

Μα όλες καταλήγουν στο ίδιο…

Δεν θα αλλάξω ποτέ… Μάλλον…!

Φοβάμαι δηλαδή πως όσο κι αν προσπαθήσω, δεν θα καταφέρω και πολλά…

Δηλαδή…
Αν…
Δεν ξέρω…
Μάλλον…
Έστω κι έτσι…

Μ’αγαπάς… Λίγο???


Υ/γ: Μούτρε... Σε ευχαριστώ για την εξαιρετική σου ματιά... Και τη φωτογραφία!