Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Το Κοπερτί...



Αρχές της δεκαετίας του '90, Γαλάτσι - Πλατεία Κύπρου... Το ποδήλατό μου αραγμένο στα κάγκελα σε μια στοίβα με πολλά άλλα... Ένα σμάρι παιδιά σε κύκλο... "Κοπερτί το κοπερτί, τάπι τάπι ρούσι, κοπερτί το κοπερτί, τάπι τάπι γκρι - Βγαίνεις!". Απόμεινα τελευταία να μετράω ανάποδα 200, μέχρι να κρυφτούν τα παιδιά... Η πλατεία έρημη και μέσα στην ησυχία προσπαθώ να ακούσω τους ψίθυρους που θα με οδηγήσουν στις κρυψώνες... Και τις αποκαλύψεις!!!

Χρόνια αργότερα, στην ίδια - έρημη πλατεία... Το ποδήλατο μεγάλωσε κι έγινε παπί κι εγώ στη μέση μιας κλειδωμένης παιδικής χαράς, προσπαθώ ακόμα να βρω τις κρυψώνες.

Δεν έχει αλλάξει και πολύ η δομή της. Σίγουρα δεν υπάρχουν πια οι σιδερένιες κούνιες, οι ξύλινες τσουλήθρες και τα λοιπά παιχνίδια που θεωρούνται ακατάλληλα στην εποχή μας. Αλήθεια πως επιβιώσαμε εμείς με τις ξύλινες ή σιδερένιες κούνιες και το απλωμένο χαλίκι(!), χωρίς ειδικά υποστρώματα και πλαστικές επιφάνειες? Πόσο αποστειρωμένα έχουν γίνει τα πράγματα σήμερα!

Κάθομαι στα σκαλιά και ανάβω τσιγάρο. Ακόμα δεν ξέρω πως βρέθηκα χαράματα εδώ.

Ο καπνός σχηματίζει μορφές που με ζαλίζουν με τις κινήσεις τους περισσότερο από τα ποτά που έχω πιει. Αγριεμένες μορφές που με τρομάζουν. Θυμωμένα πρόσωπα. Έρωτες που πετούν τα βέλη τους...!

Ξημερώματα Κυριακής... Πως ξεκίνησε ιδανικά αυτή η εβδομάδα και πως τελειώνει... Και να 'μαι εδώ - Μόνη - σε μια άδεια πλατεία να βλέπω σκιές, να ακούω ψίθυρους...

Μήνυμα! Ποιος είναι βραδιάτικα? Δεν θα 'ναι για καλό!!!
"Προσπάθησα πάρα πολύ... Δεν ήταν γραφτό να είμαστε μαζί. Αν μ'αγαπάς όπως κι εγώ, θα καταλάβεις..."

"Και Κοπερτί - το Κοπερτί θα ξεαγαπηθούμε"... Πάει κι αυτός... Βγήκε και επίσημα από το παιχνίδι.

Παράξενο... Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα! Δεν είναι λογικό. Άλλωστε το ήξερα από καιρό ότι θα φύγει. Απλά δεν το είχε πει, όπως δεν το είχαν πει και τόσοι άλλοι.

Το βλέπεις... Το τέλος εννοώ! Το βλέπεις να δηλώνεται με όλους τους τρόπους. Όχι μόνο στις ερωτικές σχέσεις αλλά και στις φιλικές. Αρχίζουν από το πουθενά κάτι παράλογες αντιδράσεις... Νεύρα, μούτρα, καυγάδες, απουσίες και κυρίως... Σιωπές!

"Τι έχεις?"
"ΤΙΠΟΤΑ!"

Κι αυτό το "τίποτα", είναι τα "πάντα", μόνο που έχεις παραιτηθεί και δεν θέλεις να αφήσεις τον άλλο να σε βοηθήσει... Πρέπει να βρεθεί ανεπαρκής... Πρέπει να φταίξει... Πρέπει να σε απαλλάξει από την παρουσία του, χωρίς να σου δημιουργήσει τύψεις...

Κι αν ο άλλος σε αγαπάει, το παλεύει... Και μαθαίνει να ακούει τις σιωπές σου! Αρχικά ενθουσιάζεσαι γιατί είναι παράξενο και σου αρέσει που προσπαθεί για σένα. Μετά βαριέσαι και ψάχνεις πάλι αφορμές. Πάντα υπάρχουν αφορμές!

Κι ο άλλος συνεχίζει να προσπαθεί, γιατί σ'αγαπάει... Κι απολογείται... Και ζητάει συγγνώμη για όλα και σηκώνει στις πλάτες του δικά σου βάρη και προσπαθεί, κι αντέχει... Και σε προσέχει... Και δε σπάει!

"Θα το παλέψουμε! Τόσα χρόνια γνωριζόμαστε, κάποια λύση θα βρούμε!".
Μα οι λύσεις βρίσκονται όταν υπάρχουν προθέσεις κι από τις δύο πλευρές... Κι όταν γράφεται το τέλος, πάει να πει πως ένας από τους δύο δεν έχει πρόθεση να βρεθεί λύση...

Κι έρχεται η απάντηση:
"Είδες? Τόσα χρόνια γνωριζόμαστε κι από ότι φαίνεται δεν με έμαθες ποτέ!!!"

Ένας χείμαρος παραπόνων ξεχύνεται μετά το "Δεν με έμαθες ποτέ!". Ένα ποτάμι πίκρας και οργής. Κι εσύ παραμένεις βουβός και σοκαρισμένος, να αναρωτιέσαι πως γίνεται να προκάλεσες τόσο θυμό σε έναν άνθρωπο που αγάπησες πιο πολύ κι από τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι ακούς την καρδιά σου να σπάει... Και βλέπεις τα κομμάτια της στο δρόμο να τα ποδοπατά ο άλλος φεύγοντας.

Κι εκείνος, ο "Δεν με έμαθες ποτέ!", έχει το κεφάλι ψηλά σαν να έχει κερδίσει πανηγυρικά την πιο σημαντική του μάχη...

Κι εσύ, ο "Τόσα χρόνια γνωριζόμαστε, θα βρούμε λύση", κοιτάς το πεζοδρόμιο και νιώθεις ηττημένος...

Ξημέρωσε... Ώρα να γυρίσω σπίτι να αναστηλώσω αυτό το άθλιο κορμί, να φορέσω το πιο ωραίο μου χαμόγελο και να πάω στη δουλειά... Κανένας δεν θα καταλάβει τίποτα!

Κατευθύνομαι στο μηχανάκι κοιτάζοντας πάντα το πεζοδρόμιο. Ένα γυναικείο κλάμα διακόπτει την ησυχία, ένα κορμί πέφτει επάνω μου και μια κούτα γεμάτη πράγματα πέφτει στο πεζοδρόμιο κάνοντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο.

Σηκώνω ξαφνιασμένη το κεφάλι. Τα μάτια μου ανοίγουν διάπλατα. Μια μορφή τόσο γνώριμη. Μεγάλωσε κι εκείνη όπως κι εγώ. Το βλέμμα της δεν είναι θυμωμένο όπως την τελευταία φορά που το αντίκρυσα. Έχουν περάσει πολλά χρόνια.

Την αγκαλιάζω... "Θα βρούμε μια λύση...", λέω και σφίγγω τα χέρια μου προσπαθώντας να της μεταδώσω τη σιγουριά μου. Εκείνη δεν λέει τίποτα...

Σηκώνω την κούτα και πατάω πάνω σε κάτι γυαλιά... Στο πεζοδρόμιο ένας καθρέφτης σε σχήμα καρδιάς έχει γίνει χίλια κομμάτια...

"Όλα θα πάνε καλά", της λέω και απλώνω το χέρι μου...


3 σχόλια:

  1. Γειά σου Κοπερτί
    θυμάσαι τη φωνή μου
    αν είσαι ολομόναχο και συ
    πάρε ένα ταξί
    κι έλα Κοπερτί μου
    έλα να γεράσουμε μαζί...

    ΑπάντησηΔιαγραφή