Αξημέρωτα, επιστροφή στο σπίτι. Πάνε ώρες που σχόλασα μα δεν ήθελα να γυρίσω εδώ... Χρειαζόμουν μια μεγάλη βόλτα για να αποδεχτώ το τέλος μας. Στο σαλόνι χαμηλός φωτισμός και μουσική... Μισοκαμμένα κερια, το μπουκάλι με το κρασί άδειο, χαρτιά τσαλακωμένα και πεταμένα στο πάτωμα... Αναμνηστικά του χθες... Οι βαλίτσες φτιαγμένες και αφημένες δίπλα στον καναπέ... Αξεσουάρ του αύριο. Γύρισα μα είμαι ακόμα έξω... Στη βόλτα μου. Σε μια βόλτα σαν κι αυτή γνωριστήκαμε... Κάτω από την Ακρόπολη... Θυμάσαι? Σε μια εποχή που δεν ήμουν για πολλά... Είχα συνηθίσει τη μοναξιά μου και την είχα αγαπήσει... Συγκατοικούσα μαζί της για καιρό, είχα μάθει τα χούγια της κι εκείνη τα δικά μου και περνούσαμε καλά. Κι έπεσα πάνω σου... Κι είχες μια αύρα αλλιώτικη... Είχες... Πάθος! Κι εγώ είχα μια επιθυμία αμίλητη, που ξαφνικά άκουσε τη φωνή της και της άρεσε τόσο, που μου πήρε τα αυτιά! Κι εκεί που παρατηρούσα τους περαστικούς, άρχισα να βλέπω παντού, εσένα. Τα ανέμελα μαλλιά σου που σχημάτιζαν ατίθασες μπούκλες και σου έσπαγαν τα νεύρα... Τις φακίδες στα μάγουλά σου... Τα λακάκια που σχηματίζονταν όταν γελούσες... Τα χέρια σου... Χριστέ μου, πόσο τα λάτρεψα τα χέρια σου! Γιατί με κράταγαν... Με άγγιζαν... Με αγκάλιαζαν... Αν μπορούσα να διαλέξω Θεό, εγώ θα πίστευα στα χέρια σου! Θυμάσαι που κάποια στιγμή στο είπα και μου κρατούσες μούτρα όλη μέρα? -Πως είναι δυνατόν να αγαπάς ένα ζευγάρι χέρια?, με ρώτησες... Δεν σου απάντησα... Μόνο ακούμπησα τις παλάμες μου στο πρόσωπό σου... Έκλεισα με τα δάχτυλά μου τα μάτια σου κι ύστερα αγκάλιασα με τις χούφτες μου τα χέρια σου και τα φίλησα... Λίγο πριν ανοίξεις τα μάτια σου, σε έβαλα να αγγίξεις την καρδιά μου... Και δεν με ξαναρώτησες ποτέ! Δυσκολευτήκαμε πολύ στην αρχή
μέχρι να συνηθίσουμε τις διαφορές μας και να γεφυρώσουμε κάποιες από αυτές.Ήμασταν τόσο παράταιροι! Εγώ μιλούσα πάντα λίγο κι ήθελα το χρόνο μου... Εσύ έλεγες κάθε σου σκέψη φωναχτά και τα ήθελες όλα-τώρα! Με τον καιρό έγινα πιο εκφραστική. Κι εσύ σταμάτησες να τρέχεις τόσο. Κι ήταν σαν παιχνίδι! Δεν εκβιάσαμε ποτέ τις αλλαγές. Ότι άλλαζε προέκυπτε από εσωτερική ανάγκη και επιθυμία κι όχι από το φόβο μη χάσει ο ένας τον άλλο. Ζούσαμε μαζί, αλλά ήμασταν ελεύθεροι. Μια προσωπικότητα με τρεις φωνές... Τη δική σου... Τη δική μου... Τη δική μας... Με όλα τα λάθη της και με όλα τα καλά της. Και περνούσαμε ωραία. Ξαπλώναμε το βράδυ μαζί και φώλιαζα στα χέρια σου... Και κοιμόμουν αφημένη στη μοναδική τους ασφάλεια. Δεν ξέρω πότε ακριβώς και γιατί χάσαμε το παιχνίδι. Θυμάμαι πως κάποιο βράδυ δε γύρισες σπίτι γιατί είχες πολλή δουλειά. Κι ύστερα ήρθαν κάτι άλλα βράδια που σε πήρε ο ύπνος στον καναπέ γιατί "ήμουν πάρα πολύ κουρασμένος μάτια μου κι ούτε που το κατάλαβα". Κι εγώ -όσο κουρασμένη κι αν ήμουν- στριφογυρνούσα στο άδειο κρεβάτι κι ούτε που έκλεινα μάτι... Γιατί το σώμα μου καταλάβαινε την απουσία σου κάθε βράδυ που έλειπες... Και σιγά-σιγά άρχισε η ψυχή μου να καταλαβαίνει την απουσία σου κάθε που ήσουν εδώ... Χθες το πρωί σε παρακάλεσα να μην πας πουθενά. Ήθελα να μιλήσουμε και να βρούμε μια λύση. Κι εσύ, ακούμπησες τις παλάμες σου στο πρόσωπό μου...Έκλεισες με τα δάχτυλά σου τα μάτια μου κι ύστερα αγκάλιασες με τις χούφτες σου τα χέρια μου και τα φίλησες... Λίγο πριν ανοίξω τα μάτια μου, με έβαλες να αγγίξω την καρδιά σου... Και σταμάτησα να ψάχνω λύσεις... Μπαίνω στην κρεβατοκάμαρα... Κάποτε αυτό ήταν το αγαπημένο μου δωμάτιο... Σαν καταφύγιο στο δάσος σε ώρα καταιγίδας... Σε βλέπω να κοιμάσαι κι έχω στο πρόσωπό μου τις σταγόνες της βροχής και κάτι άλλες στάλες, αλμυρές που πέφτουν ακατάπαυστα από τα μάτια μου... Ξαπλώνω δίπλα σου κι ενώ ξέρω πως είναι η τελευταία φορά, έχω ακόμα μια ελπίδα πως κάτι θα αλλάξει... Κάνω να σε αγκαλιάσω και γυρνάς την πλάτη... Και διαλύεται κι αυτή... Απόψε, το τέλος, δηλώνεται ηρωικά με όλους τους τρόπους... Με μια αναδρομή... Με βαλίτσες φτιαγμένες... Με πλάτες γυρισμένες... Με χέρια ξερά... Κουβέρτα και στο σαλόνι... Τελευταία πράξη... Καναπές, μουσική, στίχοι, εγώ, εσύ κι ένα τραγούδι... Αυλαία... Τέλος!
*Το τραγούδι "Η Μοναξιά των δύο" πρωτοπαρουσιάστηκε στο event "Tell me a new song" του Μικρού Πολυτεχνείου, στη μουσική σκηνή "Αυλαία", την 1/6/2010, σε στίχους της Τάμμυς Τσέκου, μουσική του Απόστολου Ρίζου και ερμηνεία της Μαρίας Παπαγεωργίου και παραμένει αδισκογράφητο... Ακόμα κι έτσι όμως, αποτελεί διαμάντι αλήθειας και πηγή έμπνευσης...
**Το βίντεο τραβήχτηκε από τον "ψηλό" (Χρήστο Καλογριανίτη), κατά τη διάρκεια των παραστάσεων του Απόστολου Ρίζου "Καρέ της Ντάμας", στο plus του Σταυρού του Νότου, με καλεσμένη τη Μαρία Παπαγεωργίου την Πέμπτη 29/11/2012.
Κάποτε μου είπες πως: "σημασία δεν έχει να βρίσκεσαι στη θάλασσα ή
να τη βλέπεις... Σημασία έχει να έχεις την αλμύρα στο στόμα σου... Και
να μυρίζεις θάλασσα..."
Ίσως δε γίνω ποτέ ο ιδανικός άνθρωπος… Αυτός που θα ‘θελα… Αυτός
που έχεις ανάγκη…
Κι ίσως τελικά να μην κάνουμε μαζί κανένα από τα ταξίδια που
ονειρεύτηκες…
Μη μου θυμώνεις… Μη με κοιτάς επικριτικά, να χαρείς…
Δεν θα αλλάξω... Ξέρω πως είναι λυπηρό, μα είναι αλήθεια…
Θα συνεχίσω να αγαπώ με έναν τρόπο φιλικό κι ερωτευμένο κάθε
άνθρωπο που κεντρίζει το ενδιαφέρον μου… Δίχως όρια… Με τα ενδεχόμενα όλα
ανοιχτά… Κι ας χάνω παιχνίδια… Κι ας πενθώ ακόμη…
Κι όταν όλα πάνε στραβά θα κλείνομαι πάντα στο σπίτι μου…
Και στο τηλέφωνο θα παριστάνω τον ήρωα… Κι ας ξέρω πως ξέρεις… Και θα κάνω
πλάκα… Και θα λέω ανόητα αστεία… Και θα παρεξηγούμαι μαζί σου γιατί το
παρατράβηξα…
Θα μονολογώ… Και θα λέω συνέχεια για δουλειές… Και θα αλλάζω
θέμα…
Κι ύστερα θα φοβάμαι… Και θα με τρελαίνουν οι ανασφάλειες
και θα σε ρωτώ αν
«μ’άγαπάς λίγο…»… Και μετά θα βάλω τα κλάματα με την απάντησή
σου κι ας την ξέρω ήδη…
Δεν θα αλλάξω…
Δεν θα γίνω ποτέ εκφραστική… Ούτε ομιλητική… Και δεν θα τα πάω
ποτέ καλά με το τηλέφωνο… Και θα εξακολουθήσω να περνώ τις φάσεις μου μια φορά
το μήνα… Ή παραπάνω!
Και θα πληρώνεις πάντα εσύ τα νεύρα μου…
Και θα περνάς κάθε
μου κρίση…
Κι εγώ δεν θα αλλάξω…
Θα συνεχίσω να χάνομαι στις σκέψεις μου και να
αποσυντονίζομαι…
Και στις μεγάλες μου σιωπές θα νιώθω την ανάγκη να στα πω όλα…
Μα τελικά, δεν θα μπορέσω να πω τίποτε και δεν θα καταλάβω ποτέ το γιατί κι
ούτε θα μπορέσω να το εξηγήσω…
Και πάντα θα σε ρωτώ: «πόσο σου ‘λειψα?», για να αποφύγω να
σου πω:
«χριστέ μου… Πόσο πολύ μου έλειψες?»…
Κι αντί να σου πω: «πόσο υπερήφανη
είμαι για αυτό που είσαι και για αυτό που γίνεσαι», θα σου πω χίλιες φορές: «είσαι
πολύ όμορφος απόψε»…
Κι αν καμμιά φορά ξεφύγει ένα «σ’αγαπώ» πνιγμένο, θα ντραπώ
τόσο πολύ που στο είπα, που θα το βάλω στα πόδια… Μα θα ‘ναι άνοιξη για μένα η
στιγμή… Κι ας ντράπηκε…
Όχι… Δυστυχώς δεν θα αλλάξω…
Κι αν η ανάγκη μου δεν έγραφε ετούτες τις λέξεις σε κάτι
σκισμένα χαρτιά, κάτι απεγνωσμένα χαράματα, ούτε αυτά θα σου έλεγα…
Και να σου
πω άλλη μια αλήθεια? Μέχρι κι εγώ ξαφνιάζομαι με αυτά που διαβάζω…
Κι είναι τόσα κι άλλα τόσα… Σκέψεις που κινούνται πολύ
γρήγορα στο μυαλό μου και δεν τις ακούω καθαρά για να τις καταγράψω…
Μα όλες καταλήγουν στο ίδιο…
Δεν θα αλλάξω ποτέ… Μάλλον…!
Φοβάμαι δηλαδή πως όσο κι αν προσπαθήσω, δεν θα καταφέρω και
πολλά…
Δηλαδή…
Αν…
Δεν ξέρω…
Μάλλον…
Έστω κι έτσι…
Μ’αγαπάς… Λίγο???
Υ/γ: Μούτρε... Σε ευχαριστώ για την εξαιρετική σου ματιά... Και τη φωτογραφία!
Ααααααααααααααααααχ... Σεπτέμβρης... Ο μήνας της ανασυγκρότησης, της επαναφοράς και του απολογισμού! Πάντα προηγείται απολογισμός της επανεκκίνησης! Πάντα ο Αύγουστος θα σημαίνει τέλος... Κι ο Σεπτέμβρης, αρχή!
Παρασκευή 31 Αυγούστου... Βράδυ... Όλος ο κόσμος στους δρόμους για τη μπλε σελήνη... Θαρρείς πως όλοι οι Αθηναίοι κατέβηκαν στο Κέντρο. Παρέες μικρών και μεγάλων και κυρίως ζευγάρια! Από αυτά που ορκίζονται στο φεγγάρι αιώνια πίστη και που δίνουν απερίσκεπτα κάθε είδους μακροχρόνια υπόσχεση... Στο τώρα όμως, τι γίνεται?
Παρατηρώ για ώρα το πέρασμα του κόσμου από τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Χέρια μπλεγμένα μεταξύ τους... Χαμόγελα... Η ευτυχία να πλανιέται στον αέρα σαν σύννεφο...
Μέσα στο γενικότερο κλίμα ξεχώρισε η μορφή μιας κοπέλας... Ανέβαινε με αργό και σταθερό βήμα τον πεζόδρομο. Στα αυτιά της ακουστικά... Στην πλάτη της μια κόκκινη τσάντα... Ήρθε και κάθησε δίπλα μου, μάλλον γιατί ήμουν μόνη και δεν θα της χαλούσα την ησυχία. Έβγαλε ένα τετραδιάκι, κοίταξε γύρω της κι ύστερα ξεκίνησε να γράφει με μανία... Η μουσική ήταν αρκετά δυνατή, ώστε να ξεχωρίσω τους "Πρώην" που έπαιζαν σε επανάληψη...
Από τότε που άκουσα αυτό το τραγούδι, γεννήθηκε μια εικόνα και μια ιστορία στο μυαλό μου... Από την πρώτη νότα... Σαν κεραυνοβόλος έρωτας... Μια ιστορία -σκέτη ανάγκη- κάθε Σεπτέμβρη!
Να μπαίνει το πιάνο και να σταματώ τα πάντα... Να κλείνω τα μάτια και να μεταφέρομαι σε μια παραλία... Όχι... Όχι σε νησί! Άστα τα νησιά... Μπήκε Σεπτέμβρης... Ο απολογισμός δεν μπορεί να γίνει στις διακοπές!
Μια παραλία εδώ... Στην πόλη! Να περπατώ στην άμμο και δίπλα μου λεωφόρος... Να περνούν τα αυτοκίνητα με ταχύτητα. Να μην μπορεί να ξεγελαστεί το μυαλό πως βρίσκεται αλλού. Να μην αναβάλλει τις σκέψεις του για αργότερα...
Ξυπόλητη... Τα παπούτσια κρατημένα στο δεξί χέρι... Το μελτέμι να μου παίρνει τα μαλλιά και να φέρνει την αλμύρα στα χείλη μου... Πατημασιές στην άμμο... Πίσω μια ορχήστρα με πιάνο, βιολιά και τσέλο... Μπροστά τα αμάξια όλων όσων πέρασαν και προσπέρασαν! Εκστατική κι αφημένη στο συναίσθημά μου, να ακούω τις φωνές χαμένων φίλων... Λόγια που γράφτηκαν και μου ξέσκισαν τον εγωισμό... Σιωπές που παρέμειναν αινιγματικές και ποτέ δεν έγιναν λέξεις για να μπορέσω να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και να ανατρέψω τις παρεξηγήσεις... Αγόρια που ήρθαν με την υπόσχεση να μείνουν κι έφυγαν την επόμενη μέρα αφού γκρέμισαν και το τελευταίο τείχος... Κι ακόμα αναρωτιέμαι πως εγώ, η ανεξάρτητη, άφησα στην ασφάλειά τους το κάστρο της καρδιάς μου...
Παραμυθάκια στήνουν τα τραγούδια και σίγουρα σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να βγαίνει ο θεός Ποσειδώνας από τη θάλασσα, να με πιάνει από το χέρι και μαζί να ταξιδεύαμε ως τα σύννεφα...
Μα εσύ λυπάσαι που ψάχνω τη λύτρωση στα επίγεια και δεν ζω το παραμύθι...
Κι ας με λες ακραία συναισθηματική...
Κι ας μου φωνάζεις πως ζω στο ροζ συννεφάκι μου...
Ξεκίνησα να γράφω αυτό το κείμενο την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου, μα τα προβλήματα της τηλεφωνικής μου σύνδεσης δεν επέτρεψαν να ολοκληρώσω την ανάρτησή του... Τώρα πια χαίρομαι για αυτό... Γιατί τώρα πια, ξέρω, πως ξημερώματα Πέμπτης θα είχα μετανιώσει για το τέλος της ιστορίας μου... Η ηρωίδα θα λυτρωνόταν βέβαια, αλλά δεν θα μπορούσε να τεκμηριώσει το γιατί. Θα έλεγε απλά πως όλα τα πήρε ο άνεμος και το κύμα...
Κι ήταν ένα τραγούδι που ήρθε κάποια χαράματα να μου θυμίσει πως "όλα εδώ περνάνε"... Κι ένα τηλέφωνο που έγινε μόνο για να βρει παρέα το κλάμα, δίχως άλλες εξηγήσεις... Κι αυτό το "μη μ'αφήσεις" κάποιο μεθυσμένο βράδυ... Και το "θα 'χω το τηλέφωνο ανοιχτό αν χρειαστείς κάτι"... Ήταν και μια φωτογραφία που "ήταν πολύ "εσύ", φάτσα!"... Και που δεν μπορώ πια να σου κρυφτώ γιατί έμαθες να μετράς τις ανάσες μου... Κι είναι που είπες πως "τα μάτια μου έχουν μόνιμα το βλέμμα του ερωτευμένου"... Κι είναι που *σε ρώτησα πως πεθαίνουν οι θάνατοι και μου είπες από ζωή... Γιατί από ζωή τρέφονται.*
Δυο τσιγάρα αναμνήσεις δακρυσμένες, η ευτυχία μου! Αστραπιαίο ταξιδάκι αναψυχής, καθώς περνώ απ'το μυαλό των φίλων μου (ή εκείνοι απ' το δικό μου), με λόγο η χωρίς... Με κρυμμένο τραύμα ή θαύμα...
Τόσοι Αύγουστοι χαμένοι... Να μοιρολογώ τις απώλειες... Να κλαίγομαι για τα αμάξια που έφυγαν... Αντί να χαίρομαι για αυτά που πάρκαραν και τράβηξαν χειρόφρενο δίπλα μου... Γιατί υπάρχουν άνθρωποι τραύματα και άνθρωποι θαύματα... Κι εγώ τόσα χρόνια σκορπώ τα ίχνη μου σε λάθος παραλία...
Η σκέψη μου διακόπτεται από την παρουσία ενός μπόμπιρα... Φτάνει δεν φτάνει μέχρι το γοφό μου και σέρνει ένα ποδήλατο με βοηθητικές ρόδες και βγαλμένη αλυσίδα... Το ανεβάζει με τα χέρια ως ένα σημείο, το γυρνά προς την κατηφόρα, το καβαλά και κατεβαίνει εκμεταλλευόμενος την ελαφριά κλίση και πάλι από την αρχή... Η μάνα του δεν μπορεί να τον βοηθήσει (πόσα να ξέρουν κι αυτές οι μαμάδες πια?), αλλά κι εκείνος δεν παραπονιέται... Άλλωστε, τη δουλειά του την κάνει... Έστω κι έτσι... Σηκώνομαι και αμήχανη τον πλησιάζω...
-Να το φτιάξω?, τον ρωτώ... Ούτε "γεια", "ούτε πως σε λένε"... Ούτε χαμόγελο δεν έσκασα του παιδιού!
Εκείνος δεν απάντησε... Τι να πει σε μια άγνωστη που του λέει ένα ξερό "να το φτιάξω?"... Το μόνο που έκανε, ήταν να γείρει το ποδήλατό του προς το μέρος μου, γεμάτος δυσπιστία! Έβαλα την αλυσίδα και του επέστρεψα το όχημα... Ο μικρός, το επεξεργάστηκε για λίγο, ανέβηκε, έκανε δυο πεταλιές κι ύστερα παράτησε το ποδήλατο κι ήρθε και μ'αγκάλιασε... (Για την ακρίβεια αγκάλιασε το μπούτι μου γιατί μέχρι εκεί έφτανε!)
-Σ'αγαπώ, είπε με μάτια που έλαμπαν από ευτυχία κι όσο με έσφιγγε, εγώ ήμουν ένα αμήχανο πλάσμα που προσπαθούσε να τακτοποιήσει κάπου τα χέρια του και που έψαχνε να βρει κάτι να πει...
Η ζωή είναι γεμάτη παράδοξα... Μοιράζει συναίσθημα σε ανθρώπους αλλά δεν τους μαθαίνει ούτε να το διαχειρίζονται, ούτε να το εκφράζουν... Και τι να το κάνεις το συναίσθημα αν δεν μπορείς να πεις ούτε στους φίλους σου πόσο τους αγαπάς? Τι να το κάνεις αν παγώνεις μπροστά στην ευγνωμοσύνη ενός παιδιού...
Το κορίτσι που καθόταν δίπλα μου με πλησίασε... Έγειρε στο αυτί μου και ψιθύρισε:
-Έλα πες το... Δεν είναι και τίποτε τρομακτικό...
-Κι εγώ σ'αγαπάω ρε σίφουνα... Άντε πήγαινε να παίξεις..., απαντώ...
Και ξέρεις κάτι? Τελικά, δεν ήταν και τόσο τρομακτικό! Κι εγώ αυτό το "τίποτα", έμελλε να το μάθω από έναν μπόμπιρα που έφτανε μέχρι το γοφό μου!!!
*Η φράση "σε ρώτησα πως πεθαίνουν οι θάνατοι και μου είπες από ζωή... Γιατί από ζωή τρέφονται.", είναι από το "Μιγαδικό Αριθμό" του Σταύρου Σταυρόπουλου και το βιβλίο "Καπνισμένο κόκκινο" που ετοιμάζεται...
**Για την παρέα του 15αύγουστου και τα μικρά παιδιά που ζουν πάντα μέσα μας!
"Το Ποδήλατο"
Στίχοι / Μουσική / Ερμηνεία:
Ελένη Βιτάλη
Ένα μικρό-μικρό ποδήλατο... Κι ένα μικρό-μικρό παιδί...
Είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή!
Ένα μικρό-μικρό ποδήλατο... Κι ένα μικρό-μικρό παιδί...
Είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή!
Δεν είναι δράκος! Δεν είναι γίγαντας!
Δεν είναι τίποτα καλέ τρομαχτικό!!!
Είναι ότι είναι, γι’ αυτό που είναι,
δεν το γνωρίζω ούτε εγώ
Ένα μικρό-μικρό ποδήλατο... Κι ένα μικρό-μικρό παιδί...
Είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή!
Ένα μικρό-μικρό ποδήλατο... Κι ένα μικρό-μικρό παιδί...
Είδαν το τίποτα να ορθώνεται και κάναν βόλτα στη ζωή!
Ένα μικρό-μικρό ποδήλατο... Κι ένα μικρό-μικρό παιδί...
Είδαν το τίποτα να ορθώνεται και κάναν βόλτα στη ζωή!
Ένα μικρό-μικρό ποδήλατο... Κι ένα μικρό-μικρό παιδί...
Είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή!
*Πρώτη δημοσίευση του κλιπ στοhttp://www.protagon.gr/
**Και να που κυκλοφόρησε (έστω και διαδικτυακά), το τραγούδι που έγινε η αιτία να γραφτεί αυτό το κείμενο... Αυτό το "λίγο ακόμα" γράφτηκε ξημερώματα Τετάρτης 20 Ιουνίου και αναρτήθηκε το ίδιο βράδυ μετά το τέλος του ραδιοφωνικού "Καλειδοσκοπίου", με ένα άλλο τραγούδι για συντροφιά... Απόψε αυτό το "λίγο ακόμα" αναγεννήθηκε... Και λυτρώθηκε!
Κι ήταν τα σπουδαία, ποιητικά λόγια του Χρήστου Μιχαήλ κι η καθηλωτική ερμηνεία
της Μαρίας Παπαγεωργίου που δημιούργησαν την ανάγκη των λέξεων εκείνο το ξημέρωμα...
Και είναι και το γαλήνιο web-κλιπ του Παντελή
Φραντζή που ήρθε και ολοκλήρωσε το συναίσθημά τους...
Κι ήταν που άκουσα στο βάθος μια φωνή να λέει σαν χάδι...
Παραδέχομαι πως έχω εξάρτηση από τους ανθρώπους...
ΔΙΟΡΘΩΝΩ
Έχω εξάρτηση από τους -δικούς μου- ανθρώπους!
Ξέρεις... Οι δικοί μου άνθρωποι δεν είναι πολλοί...
Ίσως να μην συμπληρώνουν καν τα δάχτυλα του ενός χεριού!
Αλλά... Είναι μοναδικοί!
Κανένας άνθρωπος δεν μοιάζει με αυτούς...
Κανένας δεν χαμογελά, δεν δίνεται, δεν μιλά σαν αυτούς...
Κι
αν η ανθρώπινη φύση φύλαξε ένα μοναδικό αποτύπωμα για κάθε ον, μπορώ να
σου αποδείξω πως οι δικοί μου άνθρωποι έχουν μια μοναδική αγκαλιά!
Δίπλα τους έχω πάντα την επιθυμία του "λίγο ακόμα"...
Λίγο ακόμα μαζί...
Λίγες ακόμα ανάσες και σιωπές...
Λίγη ακόμα από την αύρα σου ρε μάτια μου!
Κι ας έχω ένα σωρό δουλειές... Κι ας ήρθα για να πω πως θα φύγω...
Έλα... Λίγο ακόμα... Να είμαστε απέναντι και να κοιτιόμαστε δίχως να λέμε τίποτε φανερά...
Κι ύστερα να κάθομαι δίπλα σου, να φυλάω τον ύπνο σου... Και να αισθάνομαι ο βασιλιάς της ηρεμίας σου. Έλα... Λίγο ακόμα!
Ξέρω πως κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσω να σου γράφω γράμματα...
Πρέπει
κάποια στιγμή να σε κοιτάξω στα μάτια και να αφήσω την ευγνωμοσύνη που
νιώθω να ξεχυθεί, να πάρει όποια από τις εσωτερικές φωνές μου θέλει και
να στα πει όλα!
Μααααα... Με ποιες λέξεις εκφράζεται η ευγνωμοσύνη άραγε?
Δεν ξέρω τι με πιάνει...
Θέλω να πω...
Ώρες-ώρες
άλλα έχω στο κεφάλι μου να πω κι άλλα λέω... Άλλες κινήσεις έχω ανάγκη
κι άλλες πράττει το σώμα σαν να έχει δική του άποψη... Σαν να με κάνει
αυτό ότι θέλει κι όχι το αντίθετο.
Θα 'θελα λίγο ακόμα δίπλα σου...
Όσο χρειαστεί για να σε κοιτάξω στα μάτια και να σου πω πως "Σ'ΑΓΑΠΑΩ!"!!!
Όσο χρειαστεί για να σε πάρω μια αγκαλιά μοναδική, σαν αυτές που μου προσφέρεις εσύ απλόχερα...
Λίγο ακόμα... Σε παρακαλώ... Τόσο λίγο... Όσο χρειάζεται...
Για να σου πω πως δίπλα σου γίνομαι ο εαυτός μου δίχως να ντρέπομαι...
Και πως αυτό οφείλεται σε εσένα μοναδικέ μου άνθρωπε...
Και σ'αγαπάω...
Και θέλω λίγο ακόμα... Τόσο μόνο...
Όσο μια διαδρομή από το σαλόνι μου ως το πεζοδρόμιο...
Τόσο μόνο...
Όσο μια διαδρομή από το μυαλό ως την καρδιά σου...
Μου είπαν πως πολύ μακριά
ο χρόνος κύλαγε μπροστά
κι εγώ κάτι ν’ αγγίξω προσπαθώ.
Ακούω στο βάθος μια φωνή
κι η μόνη ελπίδα να’σαι εσύ
σαν χάδι να μου πεις το «αλληλούια».
Αλληλούια…
Χρυσό τ’ αγκάθι στην πληγή
η μνήμη μας αιμορραγεί
το θαύμα θα πιστέψω αν μου πεις
μα εσύ ποθείς τη λησμονιά
και σαν το λόγο του φονιά
στα χείλη σου κυλάει το «αλληλούια».
Αλληλούια…
Μελάνι ρίχνω στο χαρτί
και μουτζουρώνω μια αφορμή
μ’ αλήθεια την αιτία μου ζητώ
κι εσύ σταμάτησες να φταις
ξημέρωσε χωρίς να λες
εκείνο το σπασμένο «αλληλούια».
Αλληλούια…
Στον κόσμο κάνω τη σκληρή
μα ο θάνατος ένα σκαλί
και χάρτινη σημαία ό,τι αγαπώ.
Ποτέ δεν βρήκα το σωστό
ούτε μισώ, ούτε αγαπώ
σε ποιον θεό να πω το «αλληλούια».