Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Ένας Σεπτέμβρης γεμάτος θαύματα!



Ααααααααααααααααααχ... Σεπτέμβρης... Ο μήνας της ανασυγκρότησης, της επαναφοράς και του απολογισμού! Πάντα προηγείται απολογισμός της επανεκκίνησης! Πάντα ο Αύγουστος θα σημαίνει τέλος... Κι ο Σεπτέμβρης, αρχή!

Παρασκευή 31 Αυγούστου... Βράδυ... Όλος ο κόσμος στους δρόμους για τη μπλε σελήνη... Θαρρείς πως όλοι οι Αθηναίοι κατέβηκαν στο Κέντρο. Παρέες μικρών και μεγάλων και κυρίως ζευγάρια! Από αυτά που ορκίζονται στο φεγγάρι αιώνια πίστη και που δίνουν απερίσκεπτα κάθε είδους μακροχρόνια υπόσχεση... Στο τώρα όμως, τι γίνεται?

Παρατηρώ για ώρα το πέρασμα του κόσμου από τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Χέρια μπλεγμένα μεταξύ τους... Χαμόγελα... Η ευτυχία να πλανιέται στον αέρα σαν σύννεφο...

Μέσα στο γενικότερο κλίμα ξεχώρισε η μορφή μιας κοπέλας... Ανέβαινε με αργό και σταθερό βήμα τον πεζόδρομο. Στα αυτιά της ακουστικά... Στην πλάτη της μια κόκκινη τσάντα... Ήρθε και κάθησε δίπλα μου, μάλλον γιατί ήμουν μόνη και δεν θα της χαλούσα την ησυχία. Έβγαλε ένα τετραδιάκι, κοίταξε γύρω της κι ύστερα ξεκίνησε να γράφει με μανία... Η μουσική ήταν αρκετά δυνατή, ώστε να ξεχωρίσω τους "Πρώην" που έπαιζαν σε επανάληψη...

Από τότε που άκουσα αυτό το τραγούδι, γεννήθηκε μια εικόνα και μια ιστορία στο μυαλό μου... Από την πρώτη νότα... Σαν κεραυνοβόλος έρωτας... Μια ιστορία -σκέτη ανάγκη- κάθε Σεπτέμβρη!

Να μπαίνει το πιάνο και να σταματώ τα πάντα... Να κλείνω τα μάτια και να μεταφέρομαι σε μια παραλία... Όχι... Όχι σε νησί! Άστα τα νησιά... Μπήκε Σεπτέμβρης... Ο απολογισμός δεν μπορεί να γίνει στις διακοπές!

Μια παραλία εδώ... Στην πόλη! Να περπατώ στην άμμο και δίπλα μου λεωφόρος... Να περνούν τα αυτοκίνητα με ταχύτητα. Να μην μπορεί να ξεγελαστεί το μυαλό πως βρίσκεται αλλού. Να μην αναβάλλει τις σκέψεις του για αργότερα...

Ξυπόλητη... Τα παπούτσια κρατημένα στο δεξί χέρι... Το μελτέμι να μου παίρνει τα μαλλιά και να φέρνει την αλμύρα στα χείλη μου... Πατημασιές στην άμμο... Πίσω μια ορχήστρα με πιάνο, βιολιά και τσέλο... Μπροστά τα αμάξια όλων όσων πέρασαν και προσπέρασαν! Εκστατική κι αφημένη στο συναίσθημά μου, να ακούω τις φωνές χαμένων φίλων... Λόγια που γράφτηκαν και μου ξέσκισαν τον εγωισμό... Σιωπές που παρέμειναν αινιγματικές και ποτέ δεν έγιναν λέξεις για να μπορέσω να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και να ανατρέψω τις παρεξηγήσεις... Αγόρια που ήρθαν με την υπόσχεση να μείνουν κι έφυγαν την επόμενη μέρα αφού γκρέμισαν και το τελευταίο τείχος... Κι ακόμα αναρωτιέμαι πως εγώ, η ανεξάρτητη, άφησα στην ασφάλειά τους το κάστρο της καρδιάς μου...

Παραμυθάκια στήνουν τα τραγούδια και σίγουρα σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να βγαίνει ο θεός Ποσειδώνας από τη θάλασσα, να με πιάνει από το χέρι και μαζί να ταξιδεύαμε ως τα σύννεφα...

Μα εσύ λυπάσαι που ψάχνω τη λύτρωση στα επίγεια και δεν ζω το παραμύθι...
Κι ας με λες ακραία συναισθηματική...
Κι ας μου φωνάζεις πως ζω στο ροζ συννεφάκι μου...

Ξεκίνησα να γράφω αυτό το κείμενο την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου, μα τα προβλήματα της τηλεφωνικής μου σύνδεσης δεν επέτρεψαν να ολοκληρώσω την ανάρτησή του... Τώρα πια χαίρομαι για αυτό... Γιατί τώρα πια, ξέρω, πως ξημερώματα Πέμπτης θα είχα μετανιώσει για το τέλος της ιστορίας μου... Η ηρωίδα θα λυτρωνόταν βέβαια, αλλά δεν θα μπορούσε να τεκμηριώσει το γιατί. Θα έλεγε απλά πως όλα τα πήρε ο άνεμος και το κύμα...

Κι ήταν ένα τραγούδι που ήρθε κάποια χαράματα να μου θυμίσει πως "όλα εδώ περνάνε"... Κι ένα τηλέφωνο που έγινε μόνο για να βρει παρέα το κλάμα, δίχως άλλες εξηγήσεις... Κι αυτό το "μη μ'αφήσεις" κάποιο μεθυσμένο βράδυ... Και το "θα 'χω το τηλέφωνο ανοιχτό αν χρειαστείς κάτι"... Ήταν και μια φωτογραφία που "ήταν πολύ "εσύ", φάτσα!"... Και που δεν μπορώ πια να σου κρυφτώ γιατί έμαθες να μετράς τις ανάσες μου... Κι είναι που είπες πως "τα μάτια μου έχουν μόνιμα το βλέμμα του ερωτευμένου"... Κι είναι που *σε ρώτησα πως πεθαίνουν οι θάνατοι και μου είπες από ζωή... Γιατί από ζωή τρέφονται.*

Δυο τσιγάρα αναμνήσεις δακρυσμένες, η ευτυχία μου! Αστραπιαίο ταξιδάκι αναψυχής, καθώς περνώ απ'το μυαλό των φίλων μου (ή εκείνοι απ' το δικό μου), με λόγο η χωρίς... Με κρυμμένο τραύμα ή θαύμα...

Τόσοι Αύγουστοι χαμένοι... Να μοιρολογώ τις απώλειες... Να κλαίγομαι για τα αμάξια που έφυγαν... Αντί να χαίρομαι για αυτά που πάρκαραν και τράβηξαν χειρόφρενο δίπλα μου... Γιατί υπάρχουν άνθρωποι τραύματα και άνθρωποι θαύματα... Κι εγώ τόσα χρόνια σκορπώ τα ίχνη μου σε λάθος παραλία...

Η σκέψη μου διακόπτεται από την παρουσία ενός μπόμπιρα... Φτάνει δεν φτάνει μέχρι το γοφό μου και σέρνει ένα ποδήλατο με βοηθητικές ρόδες και βγαλμένη αλυσίδα... Το ανεβάζει με τα χέρια ως ένα σημείο, το γυρνά προς την κατηφόρα, το καβαλά και κατεβαίνει εκμεταλλευόμενος την ελαφριά κλίση και πάλι από την αρχή... Η μάνα του δεν μπορεί να τον βοηθήσει (πόσα να ξέρουν κι αυτές οι μαμάδες πια?), αλλά κι εκείνος δεν παραπονιέται... Άλλωστε, τη δουλειά του την κάνει... Έστω κι έτσι... Σηκώνομαι και αμήχανη τον πλησιάζω...

-Να το φτιάξω?, τον ρωτώ... Ούτε "γεια", "ούτε πως σε λένε"... Ούτε χαμόγελο δεν έσκασα του παιδιού!

Εκείνος δεν απάντησε... Τι να πει σε μια άγνωστη που του λέει ένα ξερό "να το φτιάξω?"...  Το μόνο που έκανε, ήταν να γείρει το ποδήλατό του προς το μέρος μου, γεμάτος δυσπιστία! Έβαλα την αλυσίδα και του επέστρεψα το όχημα... Ο μικρός, το επεξεργάστηκε για λίγο, ανέβηκε, έκανε δυο πεταλιές κι ύστερα παράτησε το ποδήλατο κι ήρθε και μ'αγκάλιασε... (Για την ακρίβεια αγκάλιασε το μπούτι μου γιατί μέχρι εκεί έφτανε!)

-Σ'αγαπώ, είπε με μάτια που έλαμπαν από ευτυχία κι όσο με έσφιγγε, εγώ ήμουν ένα αμήχανο πλάσμα που προσπαθούσε να τακτοποιήσει κάπου τα χέρια του και που έψαχνε να βρει κάτι να πει...

Η ζωή είναι γεμάτη παράδοξα... Μοιράζει συναίσθημα σε ανθρώπους αλλά δεν τους μαθαίνει ούτε να το διαχειρίζονται, ούτε να το εκφράζουν... Και τι να το κάνεις το συναίσθημα αν δεν μπορείς να πεις ούτε στους φίλους σου πόσο τους αγαπάς? Τι να το κάνεις αν παγώνεις μπροστά στην ευγνωμοσύνη ενός παιδιού...

Το κορίτσι που καθόταν δίπλα μου με πλησίασε... Έγειρε στο αυτί μου και ψιθύρισε:

-Έλα πες το... Δεν είναι και τίποτε τρομακτικό...

-Κι εγώ σ'αγαπάω ρε σίφουνα... Άντε πήγαινε να παίξεις..., απαντώ...

Και ξέρεις κάτι? Τελικά, δεν ήταν και τόσο τρομακτικό! Κι εγώ αυτό το "τίποτα", έμελλε να το μάθω από έναν μπόμπιρα που έφτανε μέχρι το γοφό μου!!!

*Η φράση "σε ρώτησα πως πεθαίνουν οι θάνατοι και μου είπες από ζωή... Γιατί από ζωή τρέφονται.", είναι από το "Μιγαδικό Αριθμό" του Σταύρου Σταυρόπουλου και το βιβλίο "Καπνισμένο κόκκινο" που ετοιμάζεται...

**Για την παρέα του 15αύγουστου και τα μικρά παιδιά που ζουν πάντα μέσα μας!




"Το Ποδήλατο"

Στίχοι / Μουσική / Ερμηνεία: 
Ελένη Βιτάλη



Ένα μικρό-μικρό ποδήλατο... Κι ένα μικρό-μικρό παιδί...

Είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή!


Ένα μικρό-μικρό ποδήλατο... Κι ένα μικρό-μικρό παιδί...
Είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή!


Δεν είναι δράκος! Δεν είναι γίγαντας!

Δεν είναι τίποτα καλέ τρομαχτικό!!!
Είναι ότι είναι, γι’ αυτό που είναι,
δεν το γνωρίζω ούτε εγώ

Ένα μικρό-μικρό ποδήλατο... Κι ένα μικρό-μικρό παιδί...
Είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή!

Ένα μικρό-μικρό ποδήλατο... Κι ένα μικρό-μικρό παιδί...
Είδαν το τίποτα να ορθώνεται και κάναν βόλτα στη ζωή!

Ένα μικρό-μικρό ποδήλατο... Κι ένα μικρό-μικρό παιδί...
Είδαν το τίποτα να ορθώνεται και κάναν βόλτα στη ζωή!




Ένα μικρό-μικρό ποδήλατο... Κι ένα μικρό-μικρό παιδί...
Είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή!








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου