Παραδέχομαι πως έχω εξάρτηση από τους ανθρώπους...
ΔΙΟΡΘΩΝΩ
Έχω εξάρτηση από τους -δικούς μου- ανθρώπους!
Ξέρεις... Οι δικοί μου άνθρωποι δεν είναι πολλοί...
Ίσως να μην συμπληρώνουν καν τα δάχτυλα του ενός χεριού!
Αλλά... Είναι μοναδικοί!
Κανένας άνθρωπος δεν μοιάζει με αυτούς...
Κανένας δεν χαμογελά, δεν δίνεται, δεν μιλά σαν αυτούς...
Κι αν η ανθρώπινη φύση φύλαξε ένα μοναδικό αποτύπωμα για κάθε ον, μπορώ να σου αποδείξω πως οι δικοί μου άνθρωποι έχουν μια μοναδική αγκαλιά!
Δίπλα τους έχω πάντα την επιθυμία του "λίγο ακόμα"...
Λίγο ακόμα μαζί...
Λίγες ακόμα ανάσες και σιωπές...
Λίγη ακόμα από την αύρα σου ρε μάτια μου!
Κι ας έχω ένα σωρό δουλειές... Κι ας ήρθα για να πω πως θα φύγω...
Έλα... Λίγο ακόμα... Να είμαστε απέναντι και να κοιτιόμαστε δίχως να λέμε τίποτε φανερά...
Κι ύστερα να κάθομαι δίπλα σου, να φυλάω τον ύπνο σου... Και να αισθάνομαι ο βασιλιάς της ηρεμίας σου. Έλα... Λίγο ακόμα!
Ξέρω πως κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσω να σου γράφω γράμματα...
Πρέπει κάποια στιγμή να σε κοιτάξω στα μάτια και να αφήσω την ευγνωμοσύνη που νιώθω να ξεχυθεί, να πάρει όποια από τις εσωτερικές φωνές μου θέλει και να στα πει όλα!
Μααααα... Με ποιες λέξεις εκφράζεται η ευγνωμοσύνη άραγε?
Δεν ξέρω τι με πιάνει...
Θέλω να πω...
Ώρες-ώρες άλλα έχω στο κεφάλι μου να πω κι άλλα λέω... Άλλες κινήσεις έχω ανάγκη κι άλλες πράττει το σώμα σαν να έχει δική του άποψη... Σαν να με κάνει αυτό ότι θέλει κι όχι το αντίθετο.
Θα 'θελα λίγο ακόμα δίπλα σου...
Όσο χρειαστεί για να σε κοιτάξω στα μάτια και να σου πω πως "Σ'ΑΓΑΠΑΩ!"!!!
Όσο χρειαστεί για να σε πάρω μια αγκαλιά μοναδική, σαν αυτές που μου προσφέρεις εσύ απλόχερα...
Λίγο ακόμα... Σε παρακαλώ... Τόσο λίγο... Όσο χρειάζεται...
Για να σου πω πως δίπλα σου γίνομαι ο εαυτός μου δίχως να ντρέπομαι...
Και πως αυτό οφείλεται σε εσένα μοναδικέ μου άνθρωπε...
Και σ'αγαπάω...
Και θέλω λίγο ακόμα... Τόσο μόνο...
Όσο μια διαδρομή από το σαλόνι μου ως το πεζοδρόμιο...
Τόσο μόνο...
Όσο μια διαδρομή από το μυαλό ως την καρδιά σου...
*Ομολογώ πως το συγκεκριμένο κείμενο γεννήθηκε με το άκουσμα άλλου τραγουδιού... Όμως... Αυτή τη φορά... Θα το κρατήσω για μένα... Εσείς ακούστε αυτό...!
Ξέρεις... Έχω κάτι ανασφάλειες που τις κουβαλώ από τότε που με θυμάμαι...
Φοβάμαι πως οι πιο δικοί μου άνθρωποι κάποια μέρα θα με βαρεθούν και θα φύγουν.
Την έχουν ήδη κάνει πολλοί κι έτσι ο φόβος αυτός εμφανίζεται σχεδόν αυτόματα με το που δένομαι με κάποιον... Κι αρχίζει να μου τρώει τα σωθικά... Γιατί ποτέ δεν κατάλαβα τι έκανα λάθος κι όλοι με άφηναν...
Στην αρχή νόμιζα ότι ανοιγόμουν πολύ και φόρτωνα τους άλλους με τα βάρη μου, τις τύψεις, τις ενοχές, τα άγχη, τις ανασφάλειές μου... Κι έτσι σταμάτησα να μιλώ.
Έγινα όμως πολύ καλός ακροατής... Άκουγα όσα οι άλλοι δεν τολμούσαν να πουν... Κι έγινα ο τύπος που πάντα καταλάβαινε...
Μα έφυγαν κι άλλοι έτσι...
Και ξανα-άλλαξα... Έγινα συμπαραστάτης...
Αυτός που ήταν πάντα εκεί... Που ισορροπούσε την κάθε κατάσταση... Έγινα η λογική στην τρέλα σου... Μα έφυγες κι εσύ!!!
Ανοίχτηκα σε πολλούς δρόμους... Συναισθηματικούς, λογικούς, φιλικούς... Ερωτικούς... Πήγα κι από 'δω... Πήγα κι από 'κει... Και πάντα μετρούσα απώλειες... Πάντα έχανα!
Κι έτσι σταμάτησα να κυκλοφορώ...
Αν δεν γνωρίζεις - δε χάνεις!
Και περνούσαν τα χρόνια...
Κι όλα γύρω μου μεγάλωναν κι εγώ παρέμενα ίδια κι απαράλλαχτη! Ένα παιδί στο κόσμο των μεγάλων. Μια ανώριμη καρδιά σε ένα γερασμένο σώμα και μια λογική, εντελώς παράλογη!
Όταν κρύβεσαι και δεν γνωρίζεις - δεν μεγαλώνεις! Απλά χαϊδεύεις τον εαυτό σου... Κι είχες δίκιο όταν μου είπες κάποια στιγμή πως τον παραχαϊδεψα τον εαυτούλη μου!
Κάποτε, έκανα κάτι δειλά βήματα προς τα έξω... Κι ήρθαν καινούριοι άνθρωποι... Άλλοι... Περίεργοι...
Αυτούς, δεν τους κυνήγησα... Μάλλον το αντίθετο έγινε... Κι ίσως να συνεχίζει να γίνεται...
Και τους αγάπησα πολύ τους άλλους...
Κι άρχισα να φοβάμαι πάλι...
Κι αντιδρώ σπασμωδικά κάνοντας το ένα λάθος μετά το άλλο...
Ξεσπάω πάνω τους... Κι ύστερα φεύγω...
Και γίνομαι αμίλητος ακροατής...
Και κλείνομαι στο σπίτι...
Κι ο φόβος δεν φεύγει...
Ούτε τα λάθη...
Κι εκείνοι πάντα παρόντες...
Ακόμη και στον ύπνο μου έρχονται και μου χτυπούν τον ώμο, όταν κλείνομαι στον εαυτό μου και δεν είμαι πουθενά...
Κι εγώ θα 'θελα να είμαι τέλεια...
Να μην προκαλέσω τη φυγή τους...
Αλλά φοβάμαι πως ότι κάνω είναι λάθος...
Για αυτό σου λέω... Μπορείς?
Μπορείς να με αντέξεις?
Μπορείς να διώξεις κάθε μου φόβο?
Ή τουλάχιστον, μπορείς να κάνεις υπομονή μέχρι να βρω τα καινούρια μου βήματα?
Δίπλα σου... Μαζί σου!
Γιατί έχω στην ψυχή μια πυρκαγιά ανεξέλεγκτη και φοβάμαι μη σε κάψω...
Κι απομακρύνομαι για να τη σβήσω, μα πνίγομαι στο νερό που χρησιμοποιώ... Ότι ποσότητα κι αν είναι...
Για αυτό σου λέω... Μπορείς?
'Οτι κι αν πεις θα το δεχτώ, ακόμα και την άρνησή σου και θα συνεχίσω να σ'αγαπώ όπως και τώρα...
Μόνο μην απαντήσεις βιαστικά "ναι", γιατί αν δεν μπορέσεις και φύγεις κι εσύ δεν θα το αντέξω...
Γιατί κουράστηκα να χάνω... Και δεν θέλω άλλες μάχες...
Μπορείς?
Να αντέξεις τα αναίτια και παιδιάστικα ξεσπάσματά μου?
Να το πάρεις πάνω σου όλο αυτό...?
Να με μάθεις να αφήνομαι...
Να μη φοβάμαι τους ανθρώπους...
Να με μάθεις να αγκαλιάζω από την αρχή!
Μπορείς?
Να το πάρεις πάνω σου όλο αυτό...?
Να μου δείξεις το δρόμο?
Να με περιμένεις να μεγαλώσω δίπλα σου?
Μπορείς?
Να σβήσεις το φόβο μου?
Μπορείς?
Να μείνεις - μπορείς?
Να μείνεις...
Σε παρακαλώ... Μπορείς?
*(Ένα κείμενο που γράφτηκε στον αέρα του www.street-radio.gr... Άλλο ένα!)
Δεν υπήρξε ποτέ καλός ομιλητής… Δεν έμαθε ποτέ πως ήταν…
Όσο
θυμάται τον εαυτό του άκουγε σιωπηλός…
Άκουγε και παρατηρούσε…
Παρατηρούσε για
χρόνια τις κινήσεις, τις ματιές…
Άκουγε για χρόνια κάτω από τις λέξεις, τις
ανάσες, τις δεύτερες σκέψεις, τα συναισθήματα…
Κι όταν εκείνη τον ρωτούσε «Τι
σκέφτεσαι», εκείνος το ‘ριχνε στην πλάκα, έκανε μερικά αστεία και πήγαινε
παρακάτω… Πάντα έβρισκε τον τρόπο να αλλάξει το θέμα στη συζήτηση…
Κι όταν
ξέμενε από αστεία, εξαφανιζόταν!
Κρατούσε τις αποστάσεις, έχανε την υπομονή
του, γκρίνιαζε, απελπίζονταν, θύμωνε, έσπαγε, παραδεχόταν… Έβρισκε τις ανάσες
του… Ξεπερνούσε…
Εκείνη δεν μάθαινε τίποτα… Άλλωστε… Δεν υπήρξε ποτέ καλός
ομιλητής!
Μόνο κάτι χαρτιά στο συρτάρι ήξεραν…
Για τα κλάματα… Τις επιθυμίες…
Τα μακρόσυρτα ξενύχτια που περνούσε προσπαθώντας να νικήσει έναν πόθο ανελέητο…
Σχιζοφρενή!
Για τους φόβους και τις ανασφάλειες που γίνονταν όνειρα και τον
επισκέπτονταν κάθε βράδυ…
Μια τέτοια νύχτα ήταν κι αυτή… Δύσκολη… Το μυαλό του
απασχολούσε πάλι εκείνη…
Ένας έρωτας μονόπλευρος και ατελέσφορος…
Είχε περάσει
πια ένας χρόνος από τότε που την είδε τελευταία φορά… Κι ήταν ίσως η μοναδική
φορά στη ζωή του που μίλησε τόσο πολύ. Μέσα σε λίγα λεπτά της τα είπε όλα…
Πως
είχε πάψει να πιστεύει στους ανθρώπους κι ήρθε εκείνη κι έφερε τα πάνω – κάτω… Πως έλαμψε ο κόσμος όταν την είδε… Πως το μόνο που ήθελε ήταν να είναι μαζί
της… Πως… Πως…
Εκείνη δεν είπε τίποτα… Αιώνας του φάνηκαν τα δευτερόλεπτα της
σιωπής της…
Σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε κατάματα:
«Σ’αγαπώ τόσο πολύ που
πονάω…», της είπε…
«Δεν… Δεν μπορώ… Δεν… Πρέπει να φύγω!», κατάφερε να πει…
Κι
αποχώρησε…
Βλέποντας το αυτοκίνητό της να απομακρύνεται είχε κιόλας μετανιώσει
που της μίλησε… Που είχε πάει κόντρα στη φύση του…
Έκλαψε πολύ… Κι άρχισε να
δουλεύει ασταμάτητα…
Η εργασιοθεραπεία ήταν πάντα ένας τρόπος να ξεχνιέται…
Πέρασε ένας χρόνος…
Ήταν στο γραφείο και τακτοποιούσε κάτι τιμολόγια όταν όλος
ο χώρος πλημμύρισε με το άρωμά της… Στην αρχή νόμιζε πως ήταν η ιδέα του, μα η
ώρα περνούσε και η μυρωδιά γινόταν όλο και πιο έντονη…
Πότισε τα ρούχα του…
Το
σώμα του!
Κι ύστερα… Ύστερα το λεωφορείο… Το ασανσέρ… Μπήκε στο σπίτι
ζαλισμένος…
Πέταξε τα ρούχα του στο πάτωμα και μπήκε στο μπάνιο… Έπλενε τα
χέρια του… Το σώμα του… Έτριβε με μανία κάθε σημείο του σώματός του
προσπαθώντας να διώξει τη άρωμά της, την ίδια (!), από πάνω του... Από τη ζωή
του…!
Κι όσο έτριβε, τόσο πιο έντονη γινόταν η μυρωδιά της… Κι εκείνος δεν
μπορούσε… Δεν άντεχε!
Έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει…
«Δεν αντέχω άλλο…
Σταμάτα! Σταμάτα! Τρελαίνομαι… Αυτό ήταν! Τρελαίνομαι!!!»
Έδωσε μια γροθιά
στην πόρτα και της άνοιξε μια τρύπα ίσα με την παλάμη του…
Για ώρα περπατούσε
μέσα στο σπίτι του παραμιλώντας…
Αργά το βράδυ, εξαντλημένος πια, ξάπλωσε στο
κρεβάτι του…
Ένας λυγμός είχε σταθεί στο λαιμό του, μα δεν τον άφησε να γίνει
κραυγή… Άλλωστε…
Δεν υπήρξε ποτέ καλός ομιλητής…
Αποκοιμήθηκε…
Η συνέχεια
λίγο-πολύ γνωστή… Ήρθε στον ύπνο του…
Κι όπως την πρώτη φορά που την είδε,
ανατρίχιασε κι έμεινε να κοιτάζει εκστατικός το πέρασμά της. Στο μυαλό του το
«Ερωτικό» του Λαπαθιώτη…
Όλοι ακούνε κουδούνια και βλέπουνε πεταλούδες όταν
ερωτεύονται, αυτός άκουγε ποιήματα!
Χίλιες φορές της φώναξε «Σ’αγαπώ» στον ύπνο
του…
Χίλιες φορές την είδε να γυρνά την πλάτη της και να φεύγει.
Σαν
κινηματογραφικό καρέ που έπαιζε ξανά και ξανά στο όνειρό του…
Σηκώθηκε από το
κρεβάτι του πιο τρελαμένος από ότι ήταν όταν ξάπλωσε…
Κοίταξε τον εαυτό του
στον καθρέφτη… Τρόμαξε!
Ταλαιπωρημένος, αξύριστος, με μάτια κατακόκκινα…
Όλα τα
«Σ’αγαπώ» που δεν βρήκαν παραλήπτη στα όνειρά του και στη ζωή του, έγιναν βάρος
στο στήθος του… Ένα βάρος που δεν μπορούσε πια να σηκώνει…
"Αυτό που θα 'θελα απόψε, είναι τη ζωή μου πίσω. Αλλά δεν ξέρω από ποιον να τη ζητήσω.
Τόσο τη σκόρπισα, τόσο τη χαράμισα, τόσο τη δάνεισα, τόσο την ξερίζωσα. Από ποιον να τη ζητήσω τώρα... Και τί ωφελεί;
Αυτό που θα 'θελα απόψε, τελικά, είναι ένας ώμος, να γείρω πάνω του να κλάψω .
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές. Να κλάψω για όλα.
Για όσα αγάπησα. Για όσα ονειρεύτηκα. Για όσα ένιωσα. Για όσα περίμενα και ποτέ δεν ήρθαν.
Για όσα με πρόδωσαν. Για όσα με χαράκωσαν. Για όσα με θανάτωσαν. Για όσα μ' ανάστησαν.
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές.
Για όλα.........
Να γείρω στον ώμο κάποιου και ν'ακούσω τη φωνή του, να μου πει ψιθυριστά: "Μην κλαις".
Μόνο αυτό.
Τίποτε άλλο.
"Μην κλαις"...
Μόνο αυτό............."
Μ' αυτές τις λέξεις της Αλκυόνης Παπαδάκη (από το "Ακρογιάλι της Ουτοπίας"), κοιμήθηκα...
Και έκλαιγα όταν το διάβαζα...
Και έκλαιγα στον ύπνο μου...
Κι ήρθε ένας ψίθυρος από το πουθενά κι έγινε ησυχία...
Κι έγινε αγκαλιά που έλεγε τη λέξη "υπομονή"...
Έγινε σιγουριά που έλεγε "όλα θα πάνε καλά, στο υπόσχομαι"...
Έγινε χτύπος καρδιάς που επανέφερε τους σφυγμούς μου...
Από εκείνο το βράδυ κάθε φορά που κάτι πάει στραβά ακούω έναν ψίθυρο στο αυτί μου να λέει τη λέξη: "Υπομονή"...
Κι αισθάνομαι μια ζέστη στο κορμί μου σαν κάποιος να μ'αγκαλιάζει... Και ένα γνώριμο άρωμα πλανιέται στον αέρα... Ησυχάζω...
Όχι! Δεν αρκεί πάντα αυτό για να στεγνώσουν τα δάκρυα... Όμως ελαφραίνει το βάρος που έχω στο στήθος...
Γιατί τώρα γυρνάω δίπλα μου και έχω ένα ώμο να γείρω... Και καθώς ακουμπώ ακούω μια φωνή να λέει ψιθυριστά: "Μην κλαις"...
Και δεν εύχομαι πια για να βρεθεί κάποιος...
Γιατί το μόνο που χρειάζεται είναι να κοιτάξω δίπλα μου και να αφεθώ... Τίποτε άλλο... Μόνο αυτό...
Να κοιτάξω δίπλα μου, να γείρω στον ώμο του και να ακούσω αυτό το "Μην κλαις"...
Και να μην το φοβηθώ...
Μόνο αυτό...
Να μην το φοβηθώ!
*Ένα κείμενο που γεννήθηκε στον αέρα του www.street-radio.gr, στο ραδιοφωνικό "Καλειδοσκόπιο", με αφορμή μια... Βουβή συνομιλία!
Κάθε μέρα το μυαλό μου παίζει στο κόκκινο... Αγγίζει τα όριά μου και με πάει ένα βήμα πιο κάτω... Ρισκάρω... Ασυνείδητα... Η λογική απουσιάζει... Η ντροπή εγκαθίσταται... Ο φόβος με αλλοιώνει... Με γερνά!
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη... Δεν με αναγνωρίζω...
Νιώθω ρίγη... Νιώθω μια σκιά να με καλύπτει... Απρόσκλητη... Με το "έτσι θέλω"... Αδιάφορη για το που βρίσκομαι...
Ζαλίζομαι...
Φοβάμαι...
Δεν μπορώ να σταματήσω το δαίμονα που έρχεται... Ούτε να τον καλοδεχτώ μπορώ... Ελπίζω μόνο να είναι αναίμακτη και αυτή του η επίσκεψη...
Θα ήθελα να μπορούσα να εξαφανιστώ τώρα... Να γίνω πολύ μικρή... Τόση που να χωρώ σε μια χαραμάδα... Ας είναι και χαραμάδα πανικού! Να μην υπάρχω για λίγο... Να μην καταλάβει κανείς το πως και να μη χρειάζεται να εξηγήσω... Να μην απολογηθώ για τίποτε... Να πω απλά "τώρα δεν υπάρχω" και με το χτύπημα των δαχτύλων μου να γίνει...
Με λούζει κρύος ιδρώτας... Τα αυτιά μου βουίζουν... Παγώνω... Ένας κυκλώνας στο στομάχι μου...
Κλείνω τα μάτια και τραγουδάω από μέσα μου... Στιχάκια στη σειρά... Ανεβοκατεβάσματα της φωνής... Εναλλαγές της μουσικής... Δεν πιάνει...
Σκόρπιες φράσεις επιβολής... Κοινές... Αυτές κι αν δεν πιάνουν!
Μετράω δέκα αργές ανάσες... Βγαίνουν μισές... Σαν να λιγόστεψε ξαφνικά ο αέρας... Σκέφτομαι "πνίγομαι", και το εννοώ... Δεν θυμάμαι ποτέ άλλη περίοδο που να έχω χρησιμοποιήσει τόσες λέξεις με την πραγματική τους έννοια... Αρχίζω να ανασαίνω σαν να βγήκα στην επιφάνεια από βουτιά διαρκείας, χωρίς η ανάσα να επανέρχεται στο φυσιολογικό...
Βήχω και θέλω να βγάλω τα σωθικά μου... Σαν να θέλει το σώμα να ξεράσει το συναίσθημα που το δηλητηρίασε...
Όλοι οι μυς ενεργοποιημένοι... Τεντωμένο κάθε κύτταρο...
Κι αν με έπιανε την ώρα που οδηγούσα?
Μπροστά σε κόσμο?
Σε φίλους?
Μπροστά σου?
Τέσσερις φόβοι που κάτι μου λέει πως θα τους ζήσω όλους, αργά ή γρήγορα... Ή σήμερα!
Ανοίγω την πόρτα και ξέρω πως είσαι απ' έξω... Έχω συγκεντρώσει όλη μου τη δύναμη για να ορίσω τα πόδια μου... Θα φτάσω ως το τραπέζι, θα μαζέψω τα πράγματα μου και θα βγω από το σπίτι δίχως να φανούν πολλά... Θα πω: "Εγώ φεύγω", πιάνοντας το κινητό και έπειτα στρίβοντας δεξιά θα ανοίξω την πόρτα... Σκέφτομαι αρκετή ώρα τις κινήσεις που θα χρειαστεί να κάνω... Έχω υπολογίσει ως και τα βήματα! Το σώμα μου θα υπακούσει αν πας πάσο και δεν κινηθείς εκτός του σχεδίου που έχω φτιάξει στο μυαλό μου...
Φτάνω στο τραπέζι... Πιάνω το κινητό και λέω "Εγώ φεύγω", περιμένοντας να ρωτήσεις το γιατί, για να απαντήσω πως προέκυψε κάποια δουλειά...
"Θα σε πάω εγώ", λες και σταματούν όλα... Άλλαξες το σχέδιο...
Τα πόδια παραλύουν και κάθομαι στην καρέκλα δίπλα μου... Πουθενά δεν θα πάμε! Με κοιτάς και το ξέρω κι ας έχω το βλέμα καρφωμένο στα παπούτσια μου, με πολύ μεγάλη επιτυχία!
Δεν λες τίποτε... Μόνο με παίρνεις αγκαλιά...
Ξεσπάω σε κλάματα... Κουρασμένη... Απελπισμένη... Ατέλειωτα δάκρυα με αμέτρητους λυγμούς, όλο παράπονο... Αναίτιους θα τους πω... Εσύ πες τους όπως θες...
Οι γροθιές μου σφιχτά κλεισμένες... Κάπου ανάμεσα ένα κομμάτι ύφασμα παλεύει να ξεφύγει... Η μπλούζα σου νομίζω...
Η αγκαλιά σου σφιχτά κλεισμένη... Κι η δική μου... Ανάμεσα ο φόβος προσπαθεί να ξεφύγει και να επιβληθεί... Τζάμπα κόπος...
Η ντροπή και η αμηχανία πετούν στον αέρα... Όχι στο δικό σου χώρο... Στον δικό μου...
Το ρίχνω στην πλάκα και κριτικάρω τον εαυτό μου... Δεν γελάς... Δεν το βρίσκεις αστείο... Ξεσπάς σε φωνές και χτυπάς την κοιμισμένη αυτοεκτίμησή μου... Δεν το περίμενα... Παραμένω στην ίδια θέση ξαφνιασμένη και άφωνη, φοβούμενη μην σε προκαλέσω ξανά...
Με ξαναπαίρνεις αγκαλιά... Τώρα πια κλαίμε κι οι δυο...
Με γυρνάς στο σπίτι και νιώθω εξαντλημένη... Σχεδόν δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου βγαίνοντας από το αυτοκίνητο... Κάνω να πω κάτι μα το μόνο που βγαίνει είναι "Καληνύχτα"... Μα το μυαλό μου λέει: "Σε ευχαριστώ... Για τις φωνές... Για τις σιωπές... Για τη σφιχτή αγκαλιά... Τη δαρμένη αυτοεκτίμηση... Γιατί είσαι δικός μου άνθρωπος... Ένας... Ο ένας...". Όλα αυτά γιατί έγιναν μια απλή "καληνύχτα" γαμώτο μου? Γιατί δεν υπακούει η φωνή?*
Μπαίνω στο σπίτι μου και προχωρώ κρατώντας τα φώτα σβηστά... Το μυαλό μου έχει επανέλθει και λειτουργεί... Σωστά ή λανθασμένα... Λειτουργεί! Ξέρω πως αύριο θα ξυπνήσω και θα ντρέπομαι απίστευτα... Ήδη ντρέπομαι...
Θα εξαφανιστώ για λίγες μέρες... Μέχρι να ξε-ντραπώ λίγο. Ξέρω πως είναι λάθος... Άλλο ένα λάθος από τα πολλά που έχω κάνει και από τα πολλά που θα κάνω στο μέλλον...
Ξαπλώνω στον καναπέ και τραγουδώ από μέσα μου ένα τραγούδι που δεν υπάρχει... Το τηλέφωνο χτυπά, μα δεν το σηκώνω... Αργότερα... Να φύγει λίγη ντροπή ακόμη... Όσο συνέρχομαι θυμάμαι λεπτομέρειες από όσα έγιναν...